Δέκα χρόνια από τον θάνατό του μεγάλου στοχαστή της εποχής μας και η πιο αιχμηρή του φράση εξακολουθεί να προκαλεί: «Οι ιστότοποι κοινωνικής δικτύωσης έδωσαν το δικαίωμα να μιλάνε σε λεγεώνες ηλιθίων… Είναι η εισβολή των ηλιθίων.»
Απομονωμένη από τα συμφραζόμενά της, η πρόταση μοιάζει ελιτίστικη, σχεδόν αλαζονική. Όμως ο Ουμπέρτο Έκο δεν υπερασπιζόταν μια αριστοκρατία της σιωπής. Υπερασπιζόταν την έννοια της διάκρισης. Στον αναλογικό κόσμο, ο δημόσιος λόγος περνούσε μέσα από φίλτρα: εκδοτικές επιτροπές, δημοσιογραφικές δεοντολογίες, πανεπιστημιακές διαδικασίες, κριτική. Τα φίλτρα αυτά δεν ήταν αλάνθαστα· συχνά ήταν άδικα. Όμως λειτουργούσαν ως μηχανισμοί ιεράρχησης. Η άποψη δεν εξισωνόταν αυτομάτως με τη γνώση.
Στον ψηφιακό κόσμο, η ιεράρχηση μεταφέρθηκε στον αλγόριθμο. Και ο αλγόριθμος δεν ενδιαφέρεται για την τεκμηρίωση· ενδιαφέρεται για την ένταση, την ταχύτητα, την αντίδραση. Έτσι, η κραυγή γίνεται πιο ορατή από το επιχείρημα και η υπερβολή πιο «αποτελεσματική» από τη σκέψη.
Ο συγγραφέας του Το όνομα του ρόδου γνώριζε βαθιά τη μεσαιωνική παράδοση της ερμηνείας, όπου κάθε κείμενο απαιτούσε υπομονή και μέθοδο. Στο Το εκκρεμές του Φουκώ είχε ήδη δείξει πώς η ανθρώπινη ανάγκη για νόημα μπορεί να μετατραπεί σε κατασκευή αυθαίρετων συνδέσεων — μια λογοτεχνική προεικόνιση της σημερινής συνωμοσιολογικής πλημμυρίδας.
Το διαδίκτυο δεν γέννησε την πλάνη. Της έδωσε ταχύτητα και ακροατήριο.
Η φράση για την «εισβολή των ηλιθίων» είναι, στην πραγματικότητα, μια κραυγή αγωνίας για την κρίση της αυθεντίας. Όχι της αυθεντίας ως εξουσίας, αλλά ως ευθύνης. Όταν ο ειδικός και ο ανώνυμος σχολιαστής στέκονται στην ίδια οθόνη με την ίδια οπτική βαρύτητα, η κοινωνία καλείται να αναπτύξει νέα κριτήρια διάκρισης.
Ίσως λοιπόν, δέκα χρόνια μετά, το ερώτημα δεν είναι αν έχουν όλοι δικαίωμα να μιλούν. Το δικαίωμα αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Το ερώτημα είναι αν καλλιεργούμε την ικανότητα να ακούμε, να αξιολογούμε, να αμφιβάλλουμε.
Ο Έκο δεν ζητούσε σιωπή. Ζητούσε παιδεία. Και μας θύμιζε ότι η ελευθερία του λόγου χωρίς κριτική σκέψη δεν οδηγεί στη δημοκρατία του διαλόγου, αλλά στην κυριαρχία του θορύβου. Ίσως, τελικά, η πιο επίκαιρη μορφή αντίστασης να μην είναι η καταγγελία. Να είναι η επίμονη, ήσυχη, απαιτητική πράξη της ανάγνωσης.
