Από το 2015 και έπειτα, μετά τη μεγάλη μετακίνηση πληθυσμών από τη Συρία προς την κεντρική και βόρεια Ευρώπη με ενδιάμεσο σταθμό την Ελλάδα, το μεταναστευτικό ως βασικό θέμα της ευρωπαϊκής ατζέντας άρχισε να προκαλεί μία μεγαλύτερη επιρροή στην πολιτική σκακιέρα. Η εμφάνιση ενός σημαντικού αριθμού μεταναστών στις ευρωπαϊκες κοινωνίες φαίνεται πως επηρέασε σε διαφορετικά επίπεδα τη ζωή στο εσωτερικό τους, με αποτέλεσμα να αλλάξουν σταδιακά τα πολιτικά δεδομένα. Χρειάζεται κανείς να λάβει υπόψη ότι στο πέρασμα των χρόνων η Ευρώπη αντιμετώπισε και άλλες σημαντικές κρίσεις, όπως η πανδημία, η ενεργειακή κρίση, ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι επιπτώσεις που προκάλεσε, οι οποίες αύξησαν τους δείκτες ανασφάλειας σε ένα μεγάλο κομμάτι της λεγόμενης μεσαίας τάξης και των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων ακόμα και στις προηγμένες χώρες της ενωμένης Ευρώπης. Η πίεση που ασκήθηκε κυρίως σε οικονομικό επίπεδο, αλλα και η απουσία ενός ολιστικού σχεδίου ενημέρωσης των πολιτών από τις Βρυξέλλες, έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης από πολιτικές ομάδες των άκρων, οι οποίες θέλησαν να αποκομίσουν οφέλη και έως σήμερα έχουν κάνει βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση. Κοντολογίς, το μεταναστευτικό και η εφαρμογή πολιτικών με θετικό αντίκτυπο στις κοινωνίες προϋποθέτουν αφενός ένα στοχευμένο σχέδιο σε επίπεδο ΕΕ που να απαντά στις σημερινές προκλήσεις και να δίνει μια προοπτική για το επέκεινα, αφετέρου τη διάθεση των εθνικών κυβερνήσεων να συνεργαστούν αρμονικά, ώστε να διαχειριστούν από κοινού το θέμα. Εξάλλου, οι μετακινήσεις πληθυσμών προς την Ευρώπη δεν θα σταματήσουν από τη στιγμή που οι γεωπολιτικές αναταράξεις συνεχίζονται κυρίως σε ευάλωτες περιοχές, όπως η Μέση Ανατολή, ενώ η παγκόσμια κοινότητα και οι διεθνείς οργανισμοί αδυνατούν να δημιουργήσουν εκείνες τις απαραίτητες συνθήκες για την παραμονή των πολιτών στις πατρογονικές τους εστίες.
Σε πολιτικό επίπεδο, η μετανάστευση έχει αλλάξει άρδην το σκηνικό και οδηγεί πλέον στην υιοθέτηση σκληρών/αποτρεπτικών μέτρων για την ανάσχεση των κυμάτων από τρίτες χώρες. Στη σκιά της ανόδου των άκρων και όχι μόνο σε ολοκληρη την Ευρώπη με κεντρικό σύνθημα το remigration (επαναμετανάστευση), εθνικές κυβερνήσεις έχουν προχωρήσει σε μέτρα θωράκισης των συνόρων μέσα από πολιτικές που έχουν θετική απήχηση σε ένα κομμάτι της κοινής γνώμης ανεξαρτήτως πολιτικής προέλευσης. Στην Ουγγαρία οι αιτήσεις παραχώρησης ασύλου είναι σχεδόν μηδενικές, στην Πολωνία και την Σλοβακία τα εξωτερικά σύνορα είναι απροσπέλαστα, στην Αυστρία η κυβέρνηση απαγόρευσε τη χρήση μαντίλας στα σχολεία για κορίτσια κάτω των 14 ετών. Στη Γαλλία η χρήση μπούργκας δεν συνάδει πλέον με το πολιτισμικό πλαίσιο μιας χώρας με έντονο ευρωπαϊκό αποτύπωμα. Στη δε Γερμανία καταγράφεται μία ραγδαία μείωση χορήγησης αδειών παραμονής σε πολίτες από τρίτες χώρες, ενώ αντίστοιχες πρωτοβουλίες έχουν πάρει και άλλα κράτη, όπως η Ελβετία.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, αναζητούνται λύσεις και δράσεις οι οποίες και την τάξη θα αποκαταστήσουν, αλλά και δεν θα ξεφεύγουν από τα όρια του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Το Σύμφωνο Μετανάστευσης και Ασύλου χρειάζεται διαρκείς προσαρμογές στα νέα δεδομένα που προκύπτουν διαρκώς. Η εξίσωση αυτή είναι αδιαμφισβήτητα δύσκολη τόσο για την ηγεσία των ευρωπαϊκών θεσμών, όσο και για τις εθνικές κυβερνήσεις. Η Ευρώπη οφείλει να διαμορφώσει συνθήκες ασφάλειας και ισορροπίας για τους πολίτες, χωρίς ωστόσο να παρεκκλίνει από τις βασικές της αρχές και αξίες. Τα άκρα καραδοκουν όπως το έπραξαν και πολλές δεκαετίες παλαιότερα, αλλά η ιστορία δεν πρέπει να επαναληφθεί ούτε καν ως φάρσα.
