Η άνοδος των άκρων και του λαϊκισμού σε ολόκληρη την Ευρώπη δεν αποτελεί πια είδηση. Ανησυχία προκαλεί, ωστόσο, η εξέλιξη του φαινομένου, κυρίως σε χώρες-κλειδιά για το ενιαίο οικοδόμημα που στο πέρασμα του χρόνου έχουν επιδείξει βαθιά προσήλωση στο ευρωπαϊκό πρότζεκτ. Οι ευρωπαικές κοινωνίες βρίσκονται στα όρια τους, καθώς επιμέρους σοβαρά ζητήματα πλήττουν την κοινωνική συνοχή και την εύρυθμη λειτουργία στο εσωτερικό. Αρκεί μία ματιά στο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον για να αντιληφθεί κανείς ότι χρειάζεται μια ολιστικότερη προσέγγιση, ώστε να αποφευχθεί η περαιτέρω άνοδος των λαικιστικων κομματων, τα οποία στην παρούσα φάση κάνουν κυριολεκτικά θραύση, χαράσσοντας μια σταθερή πορεία προς την κορυφή. Το μεταναστευτικό, η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, η ενέργεια, η αλλαγή παραγωγικού μοντέλου και η απουσία ενός ανθεκτικού πλάνου για την αγροτική ανάπτυξη αποτελούν κάποια από τα βασικά θέματα της ευρωπαϊκής ατζέντας. Παρά το γεγονός ότι στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν έχουν διατυπωθεί στοχευμένες προτάσεις για το μέλλον της Ευρώπης και την διόρθωση αρρυθμιών, όπως εκείνες των κ.κ Ντράγκι και Λέτα, εντούτοις, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί έχουν για μία ακόμη φορά καθυστερήσει στο να συνεννοηθούν μεταξύ τους και ακολούθως με τις εθνικές κυβερνήσεις, ώστε να σχηματίσουν ένα ελπιδοφόρο σχέδιο δράσης για την Ε.Ε του 2030. Αντ’ αυτού και όπως αποκαλύπτεται σε επιστημονικές έρευνες η ηγεσία τους βρίσκεται εγκλωβισμένη στο μικρόκοσμο του λεγόμενου Brussels Bubble, αδυνατώντας να αγγίξουν στον πυρήνα τους τα προβλήματα που αγγίζουν το μέσο Ευρωπαίο και να επικοινωνήσουν άμεσα και κατανοητά μέσω μιας γλώσσας που θα αγγίζει το μαλακό υπογάστριο της ευρωπαϊκής πραγματικότητας.
Οι συνέπειες της περιγραφόμενης, αυξανόμενης εντροπίας, είναι η άνοδος των πολιτικών δυνάμεων με θέσεις και ρητορική που παραπεμπούν στις εποχές που η Ευρώπη θα έπρεπε να έχει βάλει προ πολλού στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, οριστικά και αμετάκλητα. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις κυρίως στο γερμανόφωνο κόσμο που αποτελεί τη σπονδυλική στήλη της ευρωπαϊκής ιδέας προκαλούν προβληματισμό και ανησυχία ταυτόχρονα.
Παράδειγμα πρώτο: Στη Γερμανία το ακροδεξιό AFD βρίσκεται στην πρώτη θέση των προτιμήσεων των ψηφοφόρων με 29%, έχοντας καταγράψει πλέον μία διαφορά της τάξης των οκτώ εκατοστιαίων μονάδων από την παραδοσιακή κεντροδεξιά (CDU/CSU), σύμφωνα με έρευνα που διεξήχθη από το INSA για λογαριασμό της Bild-μέσω τηλεφωνικών απαντήσεων- που διενεργήθηκε από τις 13 έως τις 17 Ιουλίου.
Παράδειγμα δεύτερο: Η ίδια εταιρία διενήργησε ταυτόχρονα έρευνα (13 έως 15 Ιουλίου) και στην Αυστρία, όπου τα ευρήματα είναι εντυπωσιακά και χτυπούν τον κώδωνα του κινδύνου στις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις της χώρας, Το Κόμμα της Ελευθερίας (FPÖ) του ακραίου Χέρμπερτ Κικλ έχει φτάσει πλέον στο 39%, με διαφορά δεκαοκτώ μονάδων από το κεντροδεξιό ÖVP. Πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν πως οι τάσεις που έχουν διαμορφωθεί σε συνδυασμό με την απενοχοποίηση της ψήφου για ένα μεγάλο μέρος της αυστριακής κοινωνίας προς το συγκεκριμένο κόμμα, λόγω και της συμμετοχής του στις πέντε από τις εννεα περιφερειακές κυβερνήσεις, διαμορφώνουν ένα σκηνικό μέσα στο οποίο το FPÖ μπορεί να διεκδικήσει στις επόμενες εθνικές εκλογές ακόμη και την αυτοδυναμία.
Η ενωμένη Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μία σκληρή πραγματικότητα και μια δύσκολη χρονική συγκυρια. Έννοιες όπως το μέτρο και η μετριοπάθεια έχουν χάσει σημαντικό έδαφος σε συγκριση με το λαϊκισμό, την ακραία ρητορική και το φανατισμό. Η ανατροπή των παραπάνω δεδομένων είναι σύνθετη και ταυτόχρονα δύσκολη. Σε κάθε περίπτωση, χρειάζεται συνένωση δυνάμεων, μια διαφορετική προσέγγιση της πολιτικής, άμεση επικοινωνία που θα οδηγήσει στη διαμόρφωση νέων σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτικων και κοινού. Σε διαφορετικη περίπτωση «το τρένο θα χαθεί» και η Ε.Ε θα θέσει τον εαυτό της σε νέους κινδύνους με απρόβλεπτες συνέπειες για την επόμενη μέρα.
