ΥΓΕΙΑ
Kavita Patel - PhARMA Innovation Forum: Ένα στα πέντε καινοτόμα φάρμακα φτάνει τελικά στην Ελλάδα
Αναδημοσίευση από το περιοδικό Health Next Generation (Τεύχος 33)
Kavita Patel, Πρόεδρος PhARMA Innovation Forum & διευθύνουσα σύμβουλος της Roche Ελλάδας & Κύπρου
Συνέντευξη στην Ανθή Αγγελοπούλου
Η Kavita Patel, πρόεδρος του PhARMA Innovation Forum & διευθύνουσα σύμβουλος της Roche Ελλάδας & Κύπρου, μας εξηγεί γιατί το σημερινό περιβάλλον δημιουργεί πιέσεις στη φαρμακευτική αγορά, στις επενδύσεις και την πρόσβαση των ασθενών σε νέες θεραπείες.
-Κυρία Patel, με αφορμή τα νέα σημειώματα του clawback που έλαβε η αγορά του φαρμάκου με τις υπέρογκες επιστροφές, θα ήθελα να μας πείτε πού οδεύει το θέμα και πώς μπορεί να αντιμετωπισθεί;
Το 80,7% νοσοκομειακού clawback ή το αντίστοιχο 65,7% στα σκευάσματα που διατίθενται μέσω ΕΟΠΥΥ δεν είναι απλώς ένα αρνητικό ρεκόρ. Αυτά τα νούμερα έχουν μία και μόνο μετάφραση: περιορισμό στην πρόσβαση των ασθενών σε θεραπείες που αλλάζουν τη ζωή τους. Με απλά λόγια, για κάθε 10 καινοτόμα φάρμακα που έχουν ανάγκη οι ασθενείς στην Ελλάδα για σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή τους ασθένειες, το κράτος καλύπτει λιγότερα από τα 2. Το βάρος για τα υπόλοιπα μεταφέρεται στις εταιρείες που επενδύουν στην καινοτομία, παρότι δραστηριοποιούνται σε μια αγορά με ήδη εξαιρετικά χαμηλές τιμές φαρμάκων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όταν αυτή η επιβάρυνση φτάνει σε τέτοια επίπεδα, η εισαγωγή νέων θεραπειών στη χώρα γίνεται ολοένα και πιο αμφίβολη.
Το τίμημα αυτής της πραγματικότητας το βιώνουν και οι ασθενείς. Για όσους περιμένουν μια νέα θεραπευτική επιλογή δεν υπάρχει χρόνος για αναμονή. Όταν ένας προσωρινός εισπρακτικός μηχανισμός μετατρέπεται στον κύριο χρηματοδότη της δημόσιας υγείας, η πρόσβαση των ασθενών σε νέες θεραπείες τίθεται σε άμεσο κίνδυνο. Σήμερα, μόλις 1 στα 5 καινοτόμα φάρμακα που εγκρίνονται στην Ευρώπη καταφέρνει να φτάσει στην Ελλάδα. Πίσω από αυτόν τον αριθμό βρίσκονται άνθρωποι που αναγκάζονται να περιμένουν περισσότερο από πολίτες άλλων χωρών για θεραπείες που θα μπορούσαν να βελτιώσουν ή ακόμη και να σώσουν τη ζωή τους. Η αντιμετώπιση αυτής της κρίσης απαιτεί να αλλάξουμε ριζικά τον τρόπο που μετράμε την αξία στην Υγεία.
Η λύση ξεκινά από τον άμεσο επανασχεδιασμό της φαρμακευτικής πολιτικής. Πρέπει να περάσουμε από τις οριζόντιες περικοπές σε ένα μοντέλο που θα βασίζεται στην πραγματική αξία της καινοτομίας. Αυτό σημαίνει την αναγνώριση του ολιστικού οφέλους που μπορεί να προσφέρει μια καινοτόμος θεραπεία για τον ασθενή, το σύστημα υγείας και την οικονομία. Αυτή η αναγνώριση πρέπει να συνοδεύεται από επαρκείς και προβλέψιμους προϋπολογισμούς, αλλά και πλήρη αξιοποίηση των ψηφιακών εργαλείων για τον έλεγχο της ζήτησης.
Η στήριξη της καινοτομίας δεν είναι κόστος. Είναι επένδυση που φέρνει ανάπτυξη, απασχόληση και, πάνω από όλα, υγεία για τους πολίτες. Γι’ αυτό και η δική μας πρόσκληση στο PhARMA Innovation Forum (PIF) προς την Πολιτεία είναι ξεκάθαρη: να αφήσουμε πίσω τα εργαλεία του παρελθόντος που δεν ανταποκρίνονται πλέον στις ανάγκες των ασθενών και τις δυνατότητες της χώρας. Και να συνεργαστούμε προς τον κοινό στόχο, να συνδιαμορφώσουμε ένα σταθερό και προβλέψιμο περιβάλλον, βασισμένο στην αξία των θεραπευτικών προσεγγίσεων, όπου κανένας ασθενής δεν θα στερείται τη θεραπεία που χρειάζεται.
-Είναι κατά τη γνώμη σας βιώσιμο το επιχειρηματικό περιβάλλον στην Ελλάδα αυτήν τη στιγμή;
Το επιχειρηματικό περιβάλλον στη φαρμακευτική αγορά βρίσκεται αυτήν τη στιγμή υπό ακραία πίεση και δοκιμάζει τις αντοχές της βιωσιμότητάς του. Οι βάσεις κάθε υγιούς επιχειρηματικότητας και η προϋπόθεση για να γίνουν επενδύσεις σε οποιαδήποτε χώρα είναι η βιωσιμότητα και η προβλεψιμότητα. Έτσι, ενώ η Ελλάδα είναι μια χώρα με εξαιρετικό επιστημονικό δυναμικό, υψηλή τεχνογνωσία και τεράστιες προοπτικές ανάπτυξης, όταν οι επιστροφές φτάνουν σε τόσο υψηλά επίπεδα, ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός γίνεται εξαιρετικά δύσκολος και η επενδυτική ελκυστικότητα της χώρας υπονομεύεται.
Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να προσελκύει περισσότερα από 500 εκατομμύρια ευρώ ετησίως μόνο από επενδύσεις σε κλινικές μελέτες, φέρνοντας νέες θέσεις εργασίας, εισροή κεφαλαίων και, το κυριότερο, άμεση πρόσβαση των ασθενών σε πρωτοποριακές θεραπείες. Ωστόσο, για να ξεκλειδώσουμε αυτήν τη δυναμική και να παραμείνει η Ελλάδα ανταγωνιστική στον διεθνή χάρτη, χρειαζόμαστε επειγόντως ένα σταθερό και δίκαιο πλαίσιο.
Το ζητούμενο δεν είναι να εστιάζουμε μόνο στα προβλήματα, αλλά στις λύσεις που θα καταστήσουν ξανά την αγορά ελκυστική. Για εμάς, η βιωσιμότητα του επιχειρηματικού περιβάλλοντος είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη βιωσιμότητα της δημόσιας υγείας· θωρακίζοντας την προβλεψιμότητα στην αγορά, θωρακίζουμε τελικά την ίδια την ασφάλεια και την ελπίδα των ασθενών για το μέλλον.
-Μπορεί η χώρα να υποστηρίξει την καινοτομία; Θωρείτε ότι θα βοηθήσει καθόλου σε αυτό το Ταμείο Καινοτομίας;
Το μεγάλο ζητούμενο δεν είναι η πρόθεση, αλλά η δημιουργία των κατάλληλων δομών και συνθηκών που θα επιτρέψουν σε αυτήν την καινοτομία να φτάσει έγκαιρα στους ασθενείς. Υπό αυτό το πρίσμα, η θεσμοθέτηση του Ταμείου Καινοτομίας αποτελεί αναμφίβολα ένα πολύ θετικό βήμα. Είναι μια ξεκάθαρη αναγνώριση από την πλευρά της Πολιτείας ότι τα καινοτόμα φάρμακα απαιτούν μια διαφορετική, πιο εξειδικευμένη προσέγγιση.
Ωστόσο, για να λειτουργήσει το Ταμείο αυτό ως πραγματικός μοχλός ανάπτυξης και όχι ως ένας ακόμη γραφειοκρατικός μηχανισμός, η κρίσιμη λέξη-κλειδί είναι η επάρκεια. Είναι απολύτως απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι τα επόμενα χρόνια το Ταμείο Καινοτομίας θα χρηματοδοτείται επαρκώς, ώστε να μπορεί να επιτελέσει τον σκοπό του, που δεν είναι άλλος από την ουσιαστική και έγκαιρη πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες που έχουν κερδίσει το καθεστώς προτεραιότητας PRIME. Παράλληλα με τη χρηματοδότηση, η επιτυχία αυτού του εγχειρήματος θα κριθεί από την ψηφιοποίηση και τη λήψη αποφάσεων βάσει πραγματικών δεδομένων. Όλοι αναγνωρίζουμε ότι οι δημόσιοι πόροι δεν είναι ανεξάντλητοι. Ακριβώς γι’ αυτό, η στοχευμένη δομική αναδιάρθρωση της φαρμακευτικής πολιτικής είναι ο μόνος βιώσιμος τρόπος για να διασφαλίσουμε ότι κανένας ασθενής δεν θα μείνει χωρίς την κατάλληλη κάλυψη όταν βρεθεί στην ανάγκη μιας πρωτοποριακής θεραπείας. Το Ταμείο Καινοτομίας μπορεί να αποτελέσει την πρώτη από μια σειρά μεταρρυθμίσεων προς την επίτευξη αυτού του στόχου.
-Το υπουργείο Υγείας επισημαίνει συνεχώς ότι θέλει να αυξηθούν οι κλινικές μελέτες στην Ελλάδα. Με τα μέχρι στιγμής δεδομένα πόσο εφικτό είναι να επενδύσουν οι εταιρείες περαιτέρω στη χώρα μας;
Η πρόθεση του υπουργείου Υγείας να ενισχύσει τις κλινικές μελέτες στην Ελλάδα κινείται αναμφίβολα στη σωστή κατεύθυνση, καθώς η κλινική έρευνα αποτελεί ισχυρό αναπτυξιακό μοχλό για την οικονομία και, πάνω από όλα, προσφέρει δωρεάν άμεση πρόσβαση των ασθενών σε ελπιδοφόρες θεραπείες. Ωστόσο, αν κοιτάξουμε τα μέχρι στιγμής δεδομένα, θα δούμε ότι υπάρχει μια σημαντική απόσταση ανάμεσα στις δυνατότητές μας και την πραγματικότητα. Από τα περίπου 52 δισεκατομμύρια ευρώ που επενδύονται ετησίως σε Έρευνα σε ολόκληρη την Ευρώπη, η Ελλάδα καταφέρνει να προσελκύσει μόλις 161 εκατομμύρια. Αυτό το νούμερο δείχνει ξεκάθαρα ότι, παρά το εξαιρετικό επιστημονικό και ιατρικό δυναμικό της χώρας, οι διεθνείς φαρμακευτικές εταιρείες αντιμετωπίζουν ακόμη σοβαρά εμπόδια στο να επενδύσουν περαιτέρω.
Για να γίνει αυτό το πλάνο πραγματικά εφικτό και ελκυστικό, πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις δομικές προκλήσεις. Η έλλειψη προβλεψιμότητας και το βάρος των υπέρογκων επιστροφών λειτουργούν αποτρεπτικά για τις μητρικές εταιρείες στο εξωτερικό, οι οποίες καλούνται να επιλέξουν πού θα κατευθύνουν τα επενδυτικά τους κεφάλαια.
Και εδώ ανακύπτει ένα σημαντικό ζήτημα, όχι μόνο επιχειρηματικό, αλλά και ηθικό. Είναι δύσκολο να περιμένεις από μια εταιρεία να επενδύσει σε κλινική έρευνα σε μια χώρα όταν δεν μπορεί να έχει εύλογη βεβαιότητα ότι, εφόσον το φάρμακο αποδειχθεί αποτελεσματικό, θα μπορέσει τελικά να το διαθέσει στους ασθενείς της ίδιας χώρας. Υπό αυτές τις συνθήκες, πολλές εταιρείες επιλέγουν να κατευθύνουν τις κλινικές τους μελέτες σε αγορές με μεγαλύτερη σταθερότητα και προβλεψιμότητα, όπου η μετάβαση από την έρευνα στην πρόσβαση των ασθενών στη θεραπεία είναι πιο βιώσιμη και ξεκάθαρη.
Αν θέλουμε η Ελλάδα να γίνει ανταγωνιστική, χρειαζόμαστε μια πιο ολιστική προσέγγιση. Εκτός από ένα βιώσιμο και σταθερό περιβάλλον για τη φαρμακευτική καινοτομία, χρειάζεται επίσης απλοποίηση των γραφειοκρατικών διαδικασιών, όπως έχει ήδη αρχίσει να γίνεται και, παράλληλα, ισχυρότερα οικονομικά κίνητρα. Η δυναμική υπάρχει, η πολιτική βούληση εκφράζεται, αλλά τώρα είναι η ώρα να χτίσουμε το σταθερό εκείνο πλαίσιο που θα μετατρέψει τις προθέσεις σε απτά, μετρήσιμα αποτελέσματα για την επιστήμη, την οικονομία και τους ασθενείς.
-Ποιες είναι οι διαφορές μας ως χώρα με τα υπόλοιπα κράτη- μέλη όσον αφορά τις τιμές των φαρμάκων και τις υποχρεωτικές επιστροφές;
Η βασική διαφορά της Ελλάδας με την υπόλοιπη Ευρώπη εντοπίζεται σε ένα μοναδικό και εξαιρετικά οξύ παράδοξο, το οποίο δεν συναντάται σε κανένα άλλο ευρωπαϊκό κράτος-μέλος: Η χώρα μας συνδυάζει μερικές από τις χαμηλότερες τιμές φαρμάκων στην Ευρώπη με τα υψηλότερα ποσοστά υποχρεωτικών επιστροφών. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της απόκλισης, τη στιγμή που σε όλη την Ευρώπη οι μηχανισμοί επιστροφών λειτουργούν ως προσωρινά, συμπληρωματικά εργαλεία ελέγχου και διατηρούνται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, στην Ελλάδα το νοσοκομειακό clawback έχει φτάσει στο 80,7%, ενώ και στα φάρμακα που διατίθενται μέσω ΕΟΠΥΥ το αντίστοιχο επίπεδο του 65,7% είναι εξίσου μακριά από τα επίπεδα άλλων χωρών.
Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι οι τιμές των καινοτόμων φαρμάκων στην ελληνική αγορά διαμορφώνονται ήδη με βάση τον μέσο όρο των δύο χαμηλότερων τιμών της Ευρώπης και στη συνέχεια, πάνω σε αυτήν τη χαμηλή τιμή, επιβάλλεται μια επιστροφή που αγγίζει το 80% των εσόδων. Ταυτόχρονα, απουσιάζει κάποιας μορφής πρόβλεψη για ανώτατο όριο ή συνυπευθυνότητα στη διαχείριση των υπερβάσεων επί της φαρμακευτικής δαπάνης, τα οποία είναι παρόντα σε άλλες χώρες που χρησιμοποιούν εργαλεία όπως το clawback.
Αυτή η τεράστια απόκλιση από το ευρωπαϊκό μοντέλο στερεί από το ελληνικό σύστημα υγείας κάθε ίχνος ελκυστικότητας όσον αφορά την είσοδο της φαρμακευτικής καινοτομίας στην χώρα. Πρέπει να αφήσουμε πίσω τις οριζόντιες περικοπές και να χτίσουμε ένα μοντέλο που εγγυάται ότι ο Έλληνας ασθενής θα λαμβάνει την ίδια ακριβώς καινοτομία και την ίδια ελπίδα για τη ζωή του, την ίδια στιγμή που τη λαμβάνει και κάθε άλλος Ευρωπαίος πολίτης.
-Μπορεί να υπάρξει διάλογος με το υπουργείο; Δεδομένου ότι σε πρόσφατη ομιλία του ο γ.γ.. Άρης Αγγελής έριξε στις εταιρείες το φταίξιμο για την αποτυχία Μνημονίου Συνεργασίας μεταξύ φαρμακοβιομηχανίας και Πολιτείας;
Ο διάλογος ανάμεσα στην Πολιτεία και στη φαρμακοβιομηχανία δεν είναι απλώς εφικτός, είναι μια αντικειμενική και αδιαπραγμάτευτη αναγκαιότητα για το καλό των ασθενών. Στο PIF δεν προσεγγίζουμε τη φαρμακευτική πολιτική με όρους αντιπαράθεσης ή αναζήτησης ευθυνών για το παρελθόν, καθώς οι αφορισμοί δεν προσφέρουν λύσεις στα μεγάλα προβλήματα της Υγείας. Η θέση μας είναι ξεκάθαρη: Είμαστε εδώ, δίπλα στην Πολιτεία, έτοιμοι να στηρίξουμε έμπρακτα κάθε προσπάθεια και κάθε μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία του υπουργείου Υγείας.
Η επιτυχία κρίνεται από την κοινή μας διάθεση να καθίσουμε στο ίδιο τραπέζι και να συνδιαμορφώσουμε λύσεις που βασίζονται σε ρεαλιστικά δεδομένα, προβλεψιμότητα και συνυπευθυνότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η θέσπιση ενός ανώτατου ορίου στο clawback μπορεί να αποτελέσει μια ουσιαστική βάση για μια πιο δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ Πολιτείας και φαρμακοβιομηχανίας.
Όταν ένα σύστημα πιέζεται από υποχρεωτικές επιστροφές πάνω από 80%, είναι προφανές ότι η πραγματικότητα καθιστά τη συνδιαμόρφωση μιας νέας στρατηγικής πιο επείγουσα από ποτέ. Ο ρόλος μας ως PIF είναι να λειτουργούμε ως ένας αξιόπιστος, θεσμικός σύμμαχος της κυβέρνησης, καταθέτοντας τεκμηριωμένες προτάσεις και διεθνή τεχνογνωσία. Η διασφάλιση της πρόσβασης στη φαρμακευτική καινοτομία είναι μια κοινή ευθύνη.
Είμαστε απόλυτα ανοιχτοί να προχωρήσουμε μαζί με την ηγεσία του υπουργείου, να ενώσουμε δυνάμεις και να χτίσουμε ένα σταθερό περιβάλλον που θα εγγυάται τη βιωσιμότητα της αγοράς και, πάνω από όλα, την απρόσκοπτη πρόσβαση κάθε Έλληνα ασθενούς στις θεραπείες που δικαιούται.
Ποια είναι η Kavita Patel
Η Kavita Patel είναι πρόεδρος Δ.Σ. του PIF και διευθύνουσα σύμβουλος της Roche Ελλάδας & Κύπρου. Από τον Ιούνιο του 2024, η Kavita Patel κατέχει τη θέση της διευθύνουσας συμβούλου της Roche Ελλάς για την Ελλάδα και την Κύπρο. Διαθέτει περισσότερα από 20 χρόνια διεθνούς εμπειρίας στη φαρμακευτική βιομηχανία. Εντάχθηκε στον όμιλο Hoffmann-La Roche το 2002 και έκτοτε έχει αναλάβει ηγετικούς ρόλους στα κεντρικά γραφεία στη Βασιλεία, καθώς και στην Genentech στις ΗΠΑ. Η στρατηγική της τεχνογνωσίας καλύπτει ολόκληρο τον κύκλο ζωής των προϊόντων – από την Έρευνα και Ανάπτυξη έως την εμπορική διάθεση – , με ιδιαίτερη εστίαση στην πρόσβαση των ασθενών σε θεραπείες και σε ασθενοκεντρικές στρατηγικές.
Είναι κάτοχος διδακτορικού τίτλου στη Φαρμακευτική (PharmD) και μεταπτυχιακού στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (MBA) από το Πανεπιστήμιο Drake, ενώ έχει ολοκληρώσει μεταδιδακτορική έρευνα (fellowship) στη Φαρμακοοικονομία και την Έρευνα Εκβάσεων Υγείας (Outcome Research) στο Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον.