Η Παναγία είναι πηγή έμπνευσης για πολλούς και σημαντικούς Έλληνες ποιητές. Ενδεικτικά παρουσιάζουμε στη συνέχεια ορισμένα αποσπάσματα ποιημάτων ελλήνων ποιητών που αναφέρονται στην Παναγία, με αφορμή στη σημερινή εορτή του Δεκαπενταύγουστου. Χρόνια Πολλά!.
Νικηφόρος Βρεττάκος
Η χαρά της Παναγίας
Η Παναγία χτενίζει τα χρυσά της μαλλιά
στο μικρό της παράθυρο
μια θαλασσιά πεταλούδα πετά γύρω απ’ τη μία της
πλεξούδα που κρέμεται.
Βασιλεύει ο ήλιος.
Ο Ιωσήφ ανεβαίνει πιο ψηλά, να της κόψει
ένα κόκκινο άνθος.
Οδυσσέας Ελύτης,
"Τα ονόματα της Παναγίας"
«Λίγο για μια στιγμή να παίξεις πάνω στην κιθάρα σου
Ε, ε, Χρυσομαλλούσα/ ε, ε, Χρυσοσκαλίτισσα
Να ξεπετιέται πάλι το βουνό με τ’ άσπρο σπίτι στην πλαγιά
τ’ άλογο με τα δύο φτερά/ και η άγρια φράουλα της θάλασσας
Λάμπουσα και Κανάλα μου και Παραπόρτιανή μου
θα δεις την πράσινη ψαρόβαρκα σκαμπανεβάζοντας να χάνεται
μέσα στ’ αραποσίτια
τον Μήτσο με τις τρίχες και με τ’ αλυσιδάκι στο λαιμό
Ε, Παναγιά Τα Μάγκανα/ ε, Παναγιά Τόσο Νερό
Να βλαστημάει και ν’ ανεβάζει ανίδεος μες στα δίχτυα του
τέσσερα – πέντε αρχαία ελληνικά
το τέλλεσθε και το νηυσί, το μέλεα και το κρίναι σα
Καρυστιανή κι Ακλειδιανή/ Δαφνιώτισσα κι Αργιώτισσα
Που μια στιγμή τα παίζεις πάνω στην κιθάρα σου
κι απ’ τ’ αναμμένο πέλαγο αντικρύ σου ακούς
Έι, Κρουσταλλένια, έι Δροσιανή/ έι Παναγιά του Νίκους
Να σχίζεται στα δύο τ’ ουρανού το καταπέτασμα
κι ένας παμπάλαιος έφηβος απαράλλαχτος εσύ
να κατεβαίνει- κοίτα:
Στα κύματα μ’ ένα καμάκι ορθός και στους αφρούς να πλέει
Σπηλιώτισσα και Μερσινιά και Θαλασσίστρα μου έι!»
Κωνσταντίνος Καβάφης
"Δέησις",
Η θάλασσα στα βάθη της πήρ' έναν ναύτη-
Η μάνα του, ανήξερη, πιαίνει κι ανάφτει
Στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί
για να επιστρέψει γρήγορα και ναν' καλοί οι καιροί-
Και όλο προς τον άνεμο στήνει τ' αυτί.
Αλλ' ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή
Η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,
ξεύροντας πως δεν θάλθει πια ο υιός που περιμένει.
Νίκος Καζαντζάκης
Τυπικάρης
(Απόσπασμα)
Παρθένα Μάνα, που σαν πνεύμα ο σπόρος έπεσε
στο ανέγγιχτο κορμί σου και σαρκώθη ο Λόγος,
το απάρθενο τρυγώντας σπλάχνο σου, σα βρέφος!
Ω, Δέσποινά μου Υποταγή, τον πόνο δέξου τον
και Συ, σαν το σταυρό, και γείρε το κεφάλι
με υπομονή, κατά γης, χαμογελώντας –
να μην πνιγεί, Κυρά, στα κλάματά Σου ο κόσμος!
Εσύ ’σαι η κιβωτός, που σαν αυγό στην άβυσσο
λαμποκοπάς και πλες στου Θεού τα σκοτεινά
νερά, τα σπέρματα όλα μέσα σου φρουρώντας.
Το πράσινο δρεπανωτό πατάς φεγγάρι
κι όλες στα χέρια σου κρατώντας τις ελπίδες μας,
στον άγριο ουρανό τρεμάμενη ανεβαίνεις
κι αχνογελώντας στέκεσαι πλάι στο γυιό Σου.
Εσύ ’σαι το ανθισμένο το κλαρί στην άβυσσο
της δύναμής Του• εσύ ’σαι ο στοχασμός ο πράος
μέσ’ στο φλεγόμενο καμίνι της οργής Του.
Κωστής Παλαμάς,
«Η Παναγιά στην κόλαση»
«Το άρμα ξεκινάει, το σέρνουν/ πνεύματα χερουβικά,
λάμπει η Παναγιά στην Κόλαση./ “ Έλεος, Λιόκαλη Κυρά!”
Ω οι δαρμοί των κολασμένων/ μες στην αβυσσόθρεφτη φωτιά…
Κι έξαφνα γρικιέτ’ ένα παράπονο/ και περήφανα ξεσπά:
“Ειμ’ εγώ που λάτρεψα τον ήλιο,/ γι’ αυτό μ’ άρπαξε και η Νύχτα;
Πες μου Λιόκαλη Κυρά!/ Της ζωής το φως που βύζαξα
μου ’γινε αγκαλιά της Κόλασης/ και φιλί του Σατανά;”».
(Κωστής Παλαμάς, Η ασάλευτη ζωή)
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Την Παναγία την Κουνίστρα
Εις όλην την χριστιανοσύνη
μία είναι μόνη Παναγία αγνή,
Κόρη παιδίσκη, Άσμα Ασμάτων
χωρίς Χριστόν, Θείο παιδί στα χέρια,
και τρεφομένη με Αγγέλων άρτον.
Εσύ ’σαι η μόνη Παναγία Κουνίστρα,
που εφανερώθεις στης Σκιάθου το νησί
εις δένδρον πεύκου επάνω καθημένη
κι αιωρουμένη εις τερπνήν αιώραν,
όπως αι κορασίδες συνηθίζουν.
Εφανερώθεις κι όλος ο λαός
μετά θυμιαμάτων και λαμπάδων
εν θεία λιτανεία σε παρέπεμψε
κι εσήκωσεν ωραίον λευκόν ναόν,
που με πιατάκια ελληνικά σού στόλισε.
Κι όλος ο ήλιος έλαμπε εις τον ναόν σου
και φως το πλημμυρούσε μαργαρώδες
όλα τ’ αστέρια εφεγγοβολούσαν
και η σελήνη εχάιδευε γλυκά
τα απλά της εκκλησίας σου καντηλάκια.
Κι είδες η Κόρη του λαού την πίστιν
είδες την πτώχειαν κι ευσπλαγχνίσθης,
όπως το πάλαι είχε σπλαγχνισθή ο Υιός σου
τους προγόνους του ίδιου του λαού,
ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα.
Κι άρχισες να γιατρεύεις τους αρρώστους
και να γιατρεύεις τους δαιμονισμένους,
(που ήρχετο ώρα κι εις τους τοίχους εκτυπώντο
με φοβερόν συγκλονισμόν)
κι άρχισες, θεία, να θαυματουργείς.
Κι η χάρη σου ξαπλώθηκε ως τα πέρατα
του ειρηνικού νησιού της Σκιάθου,
ω, Παναγιά μου, κόρη πάναγνη, καλή.
Κι ίσως να φτάσει κι ως εμένα και ν’ απλώσει
γαλήνη στην ψυχή μου την αμαρτωλή.
Γιάννης Ρίτσος
"Από Το Όνειρο Καλοκαιρινού Μεσημεριού",
Όταν περνούσε η Παναγία σιωπηλή κάτου απ' τα δέντρα
κανένας δεν την άκουσε
Τα σκυλιά δε γαυγίσαν στις αυλόπορτες.
Μονάχα τα τριζόνια τη χαιρέτισαν,
κι ένα μεγάλο αστέρι χτύπησε
σε μια χορδή κάποιο άγνωστο τραγούδι
που τ' ακούσαν μόνο τα παιδιά στον ύπνο τους
και γύρισαν απ' τα' άλλο τους πλευρό χαμογελώντας.
Πηγές: catisart.gr, ikivotos.gr/