Πριν από σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια ένας ποιητής αφηγήθηκε μια ιστορία πολέμου, επιστροφής, αγάπης, εκδίκησης και ανθρώπινης μοίρας. Από τότε, κάθε εποχή αισθάνεται την ανάγκη να ξαναδιαβάσει τον Όμηρο. Αυτό είναι φυσικό. Εκείνο που δεν είναι τόσο φυσικό είναι να ζητά από τον ίδιο να λογοδοτήσει επειδή δεν έγραψε σαν να ζούσε στον 21ο αιώνα.
Αφορμή για αυτές τις σκέψεις στάθηκαν οι πρόσφατες δηλώσεις της ηθοποιού Lupita Nyong'o, με αφορμή τη νέα κινηματογραφική μεταφορά της Οδύσσειας. Οι απόψεις της άνοιξαν έναν ακόμη κύκλο συζήτησης γύρω από τη θέση των γυναικών στα ομηρικά έπη και, ευρύτερα, γύρω από το αν τα μεγάλα έργα της αρχαιότητας πρέπει να κρίνονται αποκλειστικά με τα μέτρα της δικής μας εποχής.
Το ερώτημα, όμως, δεν αφορά μόνο τον Όμηρο. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε συνολικά τα κλασικά έργα. Είναι άλλο να τα διαβάζουμε ξανά, να τα ερμηνεύουμε μέσα από τις εμπειρίες και τις ευαισθησίες του σήμερα, και άλλο να απαιτούμε από τους δημιουργούς τους να είχαν προβλέψει αξίες, αντιλήψεις και κοινωνικές κατακτήσεις που θα εμφανίζονταν πολλούς αιώνες αργότερα.
Ο Όμηρος δεν είναι ένα εγχειρίδιο ηθικής ούτε ένα πολιτικό μανιφέστο. Είναι ένας ποιητής. Και οι ποιητές δεν υπάρχουν για να επιβεβαιώνουν τις βεβαιότητες κάθε εποχής, αλλά για να φωτίζουν την ανθρώπινη φύση, όπως τη γνώρισαν οι ίδιοι.
Ο κόσμος της Ιλιάδας και της Οδύσσειας είναι ένας κόσμος διαφορετικός από τον δικό μας. Οι θεοί παρεμβαίνουν στις αποφάσεις των ανθρώπων, οι πόλεμοι καθορίζουν τη μοίρα των λαών και οι κοινωνικές σχέσεις υπακούουν σε αξίες που δεν είναι οι σημερινές. Ακριβώς γι' αυτό τα ομηρικά έπη αποτελούν ανεκτίμητες μαρτυρίες ενός ολόκληρου πολιτισμού. Αν αφαιρέσουμε από αυτά το ιστορικό τους πλαίσιο, παύουμε να τα διαβάζουμε· αρχίζουμε να τα ξαναγράφουμε.
Κι όμως, μέσα σε αυτόν τον κόσμο, ο Όμηρος δημιούργησε χαρακτήρες που εξακολουθούν να μας συγκινούν. Η Ελένη, η Ανδρομάχη, η Πηνελόπη, η Ναυσικά δεν είναι σκιές που περνούν βιαστικά από την αφήγηση. Είναι πρόσωπα με λόγο, συναισθήματα, αμφιβολίες και αποφάσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι επί σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια ποιητές, ζωγράφοι, γλύπτες, θεατρικοί συγγραφείς και σκηνοθέτες επιστρέφουν ξανά και ξανά στις ίδιες μορφές, αναζητώντας νέες ερμηνείες.
Ήδη από την αρχαϊκή και την κλασική εποχή, οι Έλληνες αγγειογράφοι απεικόνιζαν σκηνές από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Οι τραγικοί ποιητές δεν δίστασαν να συνομιλήσουν δημιουργικά με τον Όμηρο, να φωτίσουν διαφορετικές πλευρές των ηρώων του και να δώσουν νέες ερμηνείες στους μύθους του. Δεν προσπάθησαν να τον «διορθώσουν». Τον διάβασαν ξανά μέσα από τη δική τους εποχή.
Αυτό είναι ίσως και το μεγαλύτερο γνώρισμα των κλασικών έργων. Δεν επιβιώνουν επειδή συμφωνούν με όλες τις εποχές, αλλά επειδή κάθε εποχή αισθάνεται την ανάγκη να συνομιλήσει μαζί τους. Κάθε γενιά διαβάζει διαφορετικά τον Όμηρο, όπως διαβάζει διαφορετικά τον Σοφοκλή, τον Σαίξπηρ ή τον Δάντη. Και αυτή η αδιάκοπη συνομιλία είναι το πιο ζωντανό σημάδι ότι τα έργα τους εξακολουθούν να έχουν κάτι ουσιαστικό να μας πουν.
Ο Όμηρος δεν χρειάζεται απολογία. Το έργο του έχει ήδη περάσει τη δυσκολότερη δοκιμασία: τη δοκιμασία του χρόνου. Σχεδόν τριάντα αιώνες μετά τη σύνθεσή του εξακολουθεί να διαβάζεται, να μεταφράζεται, να εμπνέει και να προκαλεί συζητήσεις. Ίσως αυτό να είναι και η πιο πειστική απάντηση στη σημερινή συζήτηση: τα μεγάλα έργα δεν ανήκουν αποκλειστικά στην εποχή που τα γέννησε. Ανήκουν σε όλες τις εποχές που συνεχίζουν να τα διαβάζουν.
Η Ελένη και ο Πάρης. Ερυθρόμορφος κρατήρας του Ζωγράφου της Στοκχόλμης, περ. 380–370 π.Χ. Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι.
Ο Πάρης, η Ελένη και η Αφροδίτη. Ερυθρόμορφη κύλικα του Μάκρωνα, περ. 490–480 π.Χ. Museum of Fine Arts, Βοστώνη.
Ο Έρωτας δένει το σανδάλι της Ελένης, ενώ παρακολουθούν ο Ερμής και ο Πάρης. Ερυθρόμορφο αγγείο, περ. 400 π.Χ. J. Paul Getty Museum, Μαλιμπού.
