Η κλιματική αλλαγή και η ραγδαία αύξηση της θερμοκρασίας κατά τους καλοκαιρινούς μήνες σε όλη την κεντρική και βόρεια Ευρώπη έχουν αλλάξει άρδην τα δεδομένα. Σε αρκετές χώρες οι αρχές επιχειρούν να προσαρμοστούν σε αυτά μέσα από την ανάληψη πρωτοβουλιών που κάποτε θα θεωρούνταν τουλάχιστον υπερβολικές. Δεν μπορούν να πράξουν διαφορετικά όταν για παράδειγμα στην Αυστρία από αύριο ο υδράργυρος θα χτυπήσει ξανά κόκκινο και θα φτάσει ακόμα και τους 39 βαθμούς κελσίου. Στην περίπτωση αυτή η διαχείριση ενός καύσωνα και η προστασία των λεγόμενων ευπαθών ομάδων καθίσταται πιο δύσκολη από τη στιγμή που λόγω και των περιβαλλοντολογικών περιορισμών δεν διατίθεται ο απαραίτητος αριθμός κλιματιζόμενων αιθουσών. Ανησυχία έχει επίσης προκληθεί και για τα φαινόμενα ξηρασίας που έχουν καταγραφεί στην ευρύτερη περιοχή του Δούναβη. Μάλιστα, η στάθμη του νερού, όπως διατείνονται τουλάχιστον οι ειδικοί επιστήμονες, έχει κατέβει ανησυχητικά ακόμα και γύρω από την πρωτεύουσα της Ουγγαρίας, τη Βουδαπέστη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη λήψη δραστικών μέτρων, όπως το προσωρινό κλείσιμο του πυρηνικού σταθμού παραγωγής ενέργειας του Πακς. Λίγο πιο βόρεια στη Γερμανία, τα αλγεδονικά σήματα συναγερμού έχουν ήδη χτυπήσει, αφού ο κίνδυνος πρόκλησης πυρκαγιών είναι έντονος. Οι κάτοικοι καλούνται να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί, να μην ανάβουν φωτιές στα δάση, ούτε να παρκάρουν τα οχηματα τους πάνω σε ξερά χόρτα. Η εικόνα που παρατηρείται είναι δυσχερής και μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με εκείνη των χωρών της Μεσογείου που διαχειρίζονται σε ετήσια βάση ακραίες καταστάσεις, απόρροια της κλιματικής αλλαγής. Σε κάθε περίπτωση, η διαχείριση των περιβαλλοντολογικών επιπτώσεων και η προστασία της ανθρώπινης ζωής επιβάλλουν όχι μόνο τη λήψη επιμέρους μέτρων από τις εθνικές κυβερνήσεις, αλλά την περαιτέρω εμβάθυνση της συνεργασίας μεταξύ γειτονικών χωρών, όπως συμβαίνει κατά περίπτωση. Ταυτόχρονα, ο ευρωπαϊκός μηχανισμός πολιτικής προστασίας βρίσκεται σε απόλυτη ετοιμότητα για να συνδράμει, όπου αυτό κριθεί απαραίτητο. Τα στατιστικά στοιχεία έρχονται να αναδείξουν το ρόλο που αυτός έχει διαδραματίσει στο πέρασμα των χρόνων. Από το 2001 και έπειτα ο μηχανισμός έχει ενεργοποιηθεί πάνω από οκτακόσιες φορές. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι μέσω του Ταμείου Αλληλεγγύης της Ε.Ε τα τελευταία επτά χρόνια έχουν ήδη δοθεί πάνω από τρία δις ευρώ στα κράτη-μέλη της Ε.Ε αλλά και σε υπό ένταξη χώρες που επλήγησαν από φυσικές καταστροφές και αντιμετωπίζουν καταστάσεις έκτακτης ανάγκης στον τομέα της δημόσιας υγείας. Κατά την περίοδο 2020-2024 στήθηκαν διακόσιες ογδόντα πέντε επιχειρήσεις αερογέφυρας που ανταποκρίθηκαν σε δεκάδες κρίσεις παγκοσμίως. Μόνο το 2024 ο μηχανισμός ενεργοποιήθηκε πενήντα οκτώ φορές για την αντιμετώπιση δύσκολων καταστάσεων, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία, η σύγκρουση της Μέσης Ανατολής, οι πλημμύρες στη Γαλλία, την Τσεχία, τη Βοσνία και την Ισπανία, αλλά και οι δασικές πυρκαγιές στην Ευρώπη και την Λατινική Αμερική. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, τόσο τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ και όσο και τα 6 συμμετέχοντα κράτη έχουν προσφέρει βοήθεια σε είδος, όπως κουτιά πρώτων βοηθειών, εξοπλισμό για καταλύματα έκτακτης ανάγκης, πυροσβεστικό εξοπλισμό, αντλίες νερού, ηλεκτρογεννήτριες και καύσιμα. Η ΕΕ συντονίζει επίσης τις διακομιδές Ουκρανών ασθενών που χρήζουν επείγουσας θεραπείας, μεταφέροντάς τους σε νοσοκομεία σε όλη την Ευρώπη. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και το rescEU, το οποίο οι εμπνευστές του του αποκαλούν στρατηγικό απόθεμα των ευρωπαϊκών ικανοτήτων για την αντιμετώπιση καταστροφών. Χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από την ΕΕ, ενώ περιλαμβάνει στόλο πυροσβεστικών αεροσκαφών και ελικοπτέρων, αεροσκάφος υγειονομικής εκκένωσης και διάφορα βασικά αποθέματα, όπως κινητά νοσοκομεία, μεταφορικά μέσα, ενεργειακά στοιχεία, είδη για καταλύματα, ιατρικά εφόδια κρίσιμης σημασίας και εξοπλισμό για την αντιμετώπιση χημικών, βιολογικών, ραδιολογικών και πυρηνικών (ΧΒΡΠ) καταστάσεων έκτακτης ανάγκης.
Στην εποχή της κλιματικής κρίσης και των μεγάλων περιβαντολλογικών αναταράξεων, η Ε.Ε οφείλει αφενός να βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση, αφετέρου να διαχειρίζεται ολιστικά φυσικές καταστροφές. Έμφαση χρειάζεται να δοθεί περαιτέρω στον τομέα της πρόληψης, αφού η κατάσταση τα επόμενα χρόνια ενδέχεται να δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο.
