Σύμφωνη επί της αρχής με την πρόταση της ΤτΕ που αφορά στη συνεργασία με την «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.» για το σχεδιασμό και τη λειτουργία ενός εξειδικευμένου Αρχείου Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών με Παράτυπη Συμπεριφορά, δηλώνει η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος. Σύμφωνα με επιστολή που απευθύνει η ΕΑΕΕ στους κ.κ.Χ. Βογιατζή Διευθυντή Διεύθυνσης Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης Τράπεζα της Ελλάδος και Γ. Μούργελα «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.» και έχει στα χέρια του το www.nextdeal.gr η ΕΑΕΕ σημειώνει ότι αποτελεί ξεκάθαρη θέση της η στήριξη κάθε πρωτοβουλίας του επόπτη που συμβάλλει στην εξυγίανση των συναλλαγών που συντελούνται στο χώρο της ιδιωτικής ασφάλισης, ενισχύει την εποπτεία του ασφαλιστικού συστήματος και προάγει σε τελική ανάλυση τον ασφαλιστικό θεσμό.Στην επιστολή σημειώνεται ακόμη ότι,με στόχο να αποφευχθούν αγκυλώσεις που θα αποδυνάμωναν το σύστημα, "εκφράζουμε τις ανησυχίες μας σε σχέση ειδικά με την πρόταση, να προβλεφθεί στον Κανονισμό Λειτουργίας ως προϋπόθεση καταχώρησης στο αρχείο η προηγούμενη άσκηση μήνυσης/έγκλησης από την ασφαλιστικήεταιρία σε περίπτωση που συντρέχει λόγος καταγγελίας που στοιχειοθετεί τέλεση ποινικού αδικήματος".
.
Διαβάστε αναλυτικά την Επιστολή
Κ ύ ρ ι ο
Χ. Βογιατζή
Διευθυντή
Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης
Τράπεζα της Ελλάδος
Αμερικής 3-5
Αθήνα
Κ ύ ρ ι ο
Γ. Μούργελα
«ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.»
Αλαμάνας 2
Μαρούσι-Αθήνα
Πρόταση της ΤτΕ σχετικά με τη λειτουργίας αρχείου ασφαλιστικών διαμεσολαβητών με
παράτυπη συμπεριφορά
Σε συνέχεια της συνάντησης της 15ης Μαΐου 2012, η Ε.Α.Ε.Ε. θα ήθελε να δηλώσει επί της αρχής τη
συμφωνία της με την πρόταση της ΤτΕ που αφορά στη συνεργασία με την «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.» για το
σχεδιασμό και τη λειτουργία ενός εξειδικευμένου Αρχείου Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών με
Παράτυπη Συμπεριφορά.
Αποτελεί ξεκάθαρη θέση της Ε.Α.Ε.Ε. η στήριξη κάθε πρωτοβουλίας του επόπτη που συμβάλλει στην
εξυγίανση των συναλλαγών που συντελούνται στο χώρο της ιδιωτικής ασφάλισης, ενισχύει την
εποπτεία του ασφαλιστικού συστήματος και προάγει σε τελική ανάλυση τον ασφαλιστικό θεσμό.
Ως εκ τούτου, επιδίωξη της Ε.Α.Ε.Ε. είναι να συμβάλλει εποικοδομητικά στην ανάπτυξη ενός
πληροφοριακού συστήματος, λειτουργικού και αποτελεσματικού, το οποίο θα πληροί τις απαραίτητες
για τη διαφάνεια εγγυήσεις που θα διασφαλίζουν την ορθολογική διαχείρισή του.
Με γνώμονα τα προαναφερόμενα και με στόχο να αποφευχθούν αγκυλώσεις που θα αποδυνάμωναν
το σύστημα, εκφράζουμε τις ανησυχίες μας σε σχέση ειδικά με την πρόταση, να προβλεφθεί στον
Κανονισμό Λειτουργίας ως προϋπόθεση καταχώρησης στο αρχείο η προηγούμενη άσκηση μήνυσης/
έγκλησης από την ασφαλιστικήεταιρία σε περίπτωση που συντρέχει λόγος καταγγελίας που
στοιχειοθετεί τέλεση ποινικού αδικήματος.
Οι λόγοι άρνησης της συγκεκριμένης πρότασης συνοψίζονται στα εξής:
1. Η εξάρτηση της καταχώρησης στο αρχείο από προηγούμενη άσκηση μήνυσης/ έγκλησης ακυρώνει
ουσιαστικά το χαρακτήρα του προς συζήτηση συστήματος, μετατρέποντάς το από εργαλείο άσκησης
εποπτείας σε εργαλείο «ποινικοποίησης» μιας επιχειρηματικής ενέργειας.
Σύμφωνα με το σχέδιο Κανονισμού Λειτουργίας, η καταχώρηση στο σύστημα προϋποθέτει είτε ότι
υφίσταται απαιτητή οφειλή ασφαλίστρων, ο έλεγχος της οποίας είναι ούτως ή άλλως ευχερής
μέσω των λογιστικών εγγραφών της εταιρίας και του διαμεσολαβητή (βλ. άρθρα 5 παρ.2 και 5
παρ.8 του σχεδίου πράξης της ΤτΕ περί Κώδικα Δεοντολογίας Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών σε
συνδυασμό με την παρ.11 του Παραρτήματος 3 του σχεδίου πράξης της ΤτΕ περί ΣΕΕ) είτε ότι έχει
επέλθει το αντικειμενικό γεγονός της καταγγελίας της σύμβασης συνεργασίας για τους οριζόμενους
στον Κανονισμό λόγους.
Ο λόγος δημιουργίας του σχετικού αρχείου συνίσταται στην ανάγκη άσκησης αποτελεσματικής
εποπτείας εκ μέρους της ΤτΕ αφενός επί των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, οι οποίοι κατά την
άσκηση των καθηκόντων τους υπέπεσαν σε παραβατική συμπεριφορά ή καθυστερούντην απόδοση
των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και αφετέρου επί των ασφαλιστικών εταιριών, οι οποίες βαρύνονται
με συγκεκριμένες υποχρεώσεις, όπως είναι ο έλεγχος του συνεργαζόμενου δικτύου και η περιστολή
των επισφαλών απαιτήσεων κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους.
Η άσκηση μήνυσης πριν από την καταχώρηση ονόματος στο αρχείο ουδόλως διευκολύνει την
ασκούμενη από την ΤτΕ εποπτεία, αντίθετα οδηγεί αναπόφευκτα σε υποχρεωτική «ποινικοποίηση»
μιας επιχειρηματικής ενέργειας, συνιστάμενης στην καταγγελία μιας σύμβασης, μιας διαφοράς δηλαδή
αστικών δικαστηρίων.
Οι ασφαλιστικές εταιρίες στερούνται πλέον της ελευθερίας να επιλέξουν, εφόσον κρίνεται αναγκαίο,
την προσφυγή στη δικαιοσύνη ή και αντίστροφα να μην προβούν στην άσκηση ενδίκων μέσων, πολύ
δε περισσότερο μήνυσης, περιορίζοντας την αντίδρασή τους απλά στη διακοπή της συνεργασίας.
Αντίθετα, με την αναγκαστική μήνυση εξωθούνται ασφαλιστικές εταιρίες και διαμεσολαβούντες να
εμπλακούν σε ατέρμονες δικαστικές διαδικασίες με υψηλά δικαστικά έξοδα και να προκαλέσουν
περαιτέρω συμφόρηση των ελληνικών δικαστηρίων, με δεδομένα τα γνωστά προβλήματα
καθυστερήσεων στην απονομή δικαιοσύνης.
2. Εάν υιοθετηθεί η πρόταση περί υποχρεωτικής μήνυσης, επέρχεται αλλοίωσητου περιεχομένου του
αρχείου, το οποίο de facto μετατρέπεται σε «ποινικό μητρώο», αλλάζοντας εντελώς την προσέγγιση
του επόπτη.
Η άσκηση μήνυσης/ έγκλησης ως προϋπόθεση καταχώρησης θα οδηγήσει, για λόγους ακριβώς
διασφάλισης του υποκειμένου και με βάση την αρχή της ακρίβειας των δεδομένων, στην περαιτέρω
τροφοδότηση του αρχείου με κάθε ενέργεια και εξέλιξη που αφορά στην πορεία της κινούμενης
ποινικής διαδικασίας και την κρινόμενη ποινική υπόσταση του διαμεσολαβητή.
Κατ΄αυτόν τον τρόπο το αρχείο πρόδηλα απομακρύνεται από τις επιδιώξεις του επόπτη, ο οποίος
προσβλέπει στη δημιουργία ενός πληροφοριακού συστήματος απλών δεδομένων (μη ευαίσθητων),
που θα επιτρέπει στις ασφαλιστικές εταιρίες την εκτίμηση της εν γένει επαγγελματικής συμπεριφοράς
και συνέπειας του διαμεσολαβητή και στην ίδια την εποπτική αρχή την άσκηση με αποτελεσματικό
τρόπο των εποπτικών της καθηκόντων.
Tα ποινικά μητρώα ανήκουν στη σφαίρα ευθύνης του κράτους, συνιστούν δημόσια αρχεία και
εξυπηρετούν πολιτειακούς σκοπούς δημόσιας τάξης στο πλαίσιο της απονομής της ποινικής
δικαιοσύνης και της ασφάλειας του κοινωνικού συνόλου.
Κρίνεται εξάλλου αμφίβολο εάν η ΑΠΔΠΧ θα ενέκρινε ένα ιδιωτικό αρχείο με δεδομένα ποινικής φύσης.
Οι παράγραφοι 5 και 6 του άρθρου 8 της οδηγίας 95/46/ΕΚ ρητά ορίζουν ότι η επεξεργασία δεδομένων
σχετικών με ποινικές παραβάσεις ή ποινικές καταδίκες επιτρέπεται μόνο υπό το έλεγχο της δημόσιας
αρχής, εκτός εάν τα κράτη μέλη επιτρέπουν παρεκκλίσεις με επαρκείς και ειδικές εγγυήσεις.
Έτσι, στις περιπτώσεις των (κατά παρέκκλιση) ιδιωτικών ποινικών μητρώων, η ομάδα εργασίας του
άρθρου 29 της οδηγίας 95/46/ΕΚ επισημαίνει, σε έγγραφο εργασίας της για τις μαύρες λίστες
(11118/02/WP 65) ως σημαντική πτυχή λειτουργίας τους, τη συμμόρφωση προς τις αρχές για την
ποιότητα των δεδομένων και ιδίως προς τις αρχές ακρίβειας και επικαιροποίησης, μέσω μηχανισμών
που να διευκολύνουν την άσκηση εκ μέρους του υποκειμένου του δικαιώματος διόρθωσης και
διαγραφής.
3. Επισημαίνεται, τέλος, η απουσία ανάλογων περιορισμών στα υφιστάμενα διατραπεζικά συστήματα
και συγκεκριμένα στο παρεμφερές Αρχείο Καταγγελθεισών Συμβάσεων Επιχειρήσεων που τηρεί η
«ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.» για τα πιστωτικά ιδρύματα με βάση την υπ’ αριθ. 6/2006 απόφαση της ΑΠΔΠΧ.
Ούτε όμως και σε κοινοτικό επίπεδο υπαγορεύονται τέτοιου είδους διαδικαστικοί περιορισμοί στις
σχετικές Κατευθυντήριες Αρχές της ομάδας εργασίας του άρθρου 29 της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Guidelines
for Terminated Merchant Databases, 2005) .