Εδώ και δεκαετίες ακούμε την ίδια φράση: «Οι Έλληνες δεν έχουν ασφαλιστική συνείδηση». Τη χρησιμοποιούμε σχεδόν ως δεδομένο, σαν να πρόκειται για μια διαχρονική αλήθεια. Είναι όμως πράγματι έτσι ή μήπως έχουμε αποδεχθεί έναν μύθο χωρίς ποτέ να τον εξετάσουμε;
Αν κοιτάξουμε την ιστορία μας, θα διαπιστώσουμε ότι οι Έλληνες μόνο αδιάφοροι δεν ήταν απέναντι στην έννοια της προστασίας. Από την αρχαιότητα ακόμη υπήρχαν μορφές ασφάλισης κυρίως ως ναυτικά δάνεια, καθώς οι Έλληνες έμποροι και πλοιοκτήτες γνώριζαν πολύ καλά την αξία της ασφάλισης, γιατί αντιλαμβάνονταν ότι χωρίς προστασία δεν μπορούσε να υπάρξει ανάπτυξη.
Αξίζει επίσης να θυμηθούμε ότι αρκετοί από τους μεγάλους Έλληνες ευεργέτες και ανθρώπους που συνέβαλαν καθοριστικά στην οικονομική πρόοδο αλλά και στην ενίσχυση του ελληνικού κράτους δραστηριοποιήθηκαν στον χώρο της ασφάλισης ή της διαχείρισης κινδύνων. Μερικοί εξ αυτών ήταν οι διαχειριστές της Φιλικής Εταιρείας, οι οποίοι ήταν ασφαλιστές καθώς και ο Καποδίστριας ο οποίος φρόντισε να ασφαλίσει αρκετά ναυπλιώτικα ακίνητα από πυρκαγιά.
Αυτό από μόνο του δείχνει ότι η ασφαλιστική κουλτούρα δεν ήταν ποτέ ξένη προς τον ελληνισμό.
Στη σύγχρονη Ελλάδα, μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, ο ασφαλιστικός κλάδος γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη. Για πολλά χρόνια λειτουργούσαν περισσότερες από εκατό ασφαλιστικές εταιρείες, ενώ πριν από λίγες δεκαετίες ο αριθμός τους ξεπερνούσε τις διακόσιες. Σήμερα έχουν απομείνει πολύ λιγότερες. Η αγορά ωρίμασε, συγκεντρώθηκε και άλλαξε.
Κι όμως, το ερώτημα που εξακολουθεί να ακούγεται είναι το ίδιο: «Γιατί οι Έλληνες δεν έχουν ασφαλιστική συνείδηση;»
Προσωπικά, πιστεύω ότι αυτή είναι η λάθος ερώτηση.
Η σωστή ερώτηση είναι αν όλοι οι ασφαλιστές διαθέτουν ασφαλιστική συνείδηση. Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, αν μια μερίδα των σύγχρονων Ελλήνων ασφαλιστών αντιλαμβάνεται πραγματικά τον θεσμικό και κοινωνικό ρόλο που καλείται να υπηρετήσει.
Γιατί η ασφαλιστική συνείδηση δεν είναι μόνο υπόθεση του καταναλωτή. Είναι πρώτα και πάνω απ' όλα υπόθεση εκείνου που τον συμβουλεύει.
Για πολλά χρόνια, ένα μέρος της αγοράς αντιμετώπισε την ασφάλιση ως μια απλή εμπορική συναλλαγή και όχι ως μια ευθύνη απέναντι στον άνθρωπο. Σε αρκετές περιπτώσεις δόθηκε προτεραιότητα στην πώληση αντί στη σωστή καθοδήγηση, στο πρόσκαιρο αποτέλεσμα αντί στη μακροχρόνια σχέση εμπιστοσύνης. Έτσι δημιουργήθηκαν λανθασμένες εντυπώσεις και κλονίστηκε η αξιοπιστία ενός θεσμού που έχει τεράστια κοινωνική αξία.
Και όμως, η ιστορία αποδεικνύει ότι οι Έλληνες μπορούν να διαπρέψουν στον ασφαλιστικό χώρο. Πολλοί Έλληνες ασφαλιστές και επιχειρηματίες του κλάδου έχουν διακριθεί στις μεγαλύτερες ασφαλιστικές αγορές του εξωτερικού, αποδεικνύοντας ότι η γνώση, η επαγγελματική δεοντολογία και η ασφαλιστική κουλτούρα δεν μας λείπουν ως λαός.
Το ίδιο αποδεικνύει και η ίδια η ελληνική αγορά. Αν δεν υπήρχε προοπτική, αν δεν υπήρχε ασφαλιστική συνείδηση που συνεχώς αναπτύσσεται, δεν θα βλέπαμε μεγάλους διεθνείς ασφαλιστικούς ομίλους και ισχυρούς πολυεθνικούς επενδυτές να τοποθετούν κεφάλαια στην ελληνική ασφαλιστική αγορά.
Επομένως, ίσως θα πρέπει να σταματήσουμε να αναζητούμε το πρόβλημα αποκλειστικά στην κοινωνία. Η πλειονότητα των ασφαλιστών εργάζεται με επαγγελματισμό, ήθος και πραγματικό ενδιαφέρον για τον πελάτη της. Υπάρχει όμως και η μειοψηφία που με τις πρακτικές της τραυματίζει την εικόνα όλων των υπολοίπων και υπονομεύει την εμπιστοσύνη του κοινού απέναντι στην ιδιωτική ασφάλιση.
Αν θέλουμε πραγματικά να ενισχύσουμε την ασφαλιστική συνείδηση στην Ελλάδα, οφείλουμε πρώτα να προστατεύσουμε το κύρος του λειτουργήματός μας. Να απομονώσουμε τις συμπεριφορές που δεν τιμούν το επάγγελμα και να αναδείξουμε εκείνους που υπηρετούν με συνέπεια, γνώση και υπευθυνότητα τον ασφαλιστικό θεσμό.
Γιατί, όπως λέει και η λαϊκή σοφία, αρκεί μια σταγόνα μελάνι να πέσει σε ένα ποτήρι νερό για να το σκοτεινιάσει ολόκληρο. Έτσι συμβαίνει και με την εικόνα ενός ολόκληρου κλάδου. Μια μικρή μειοψηφία μπορεί να αμαυρώσει την προσπάθεια χιλιάδων άξιων επαγγελματιών. Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να αλλάξουμε την κοινωνία. Είναι να διαφυλάξουμε πρώτα το κύρος του θεσμού που υπηρετούμε.
