Έξι χρόνια πριν, μια ημερομηνία άλλαξε απότομα τον ρυθμό της χώρας. Στις 12 Μαρτίου 2020 ανακοινώθηκε ο πρώτος θάνατος από COVID-19 στην Ελλάδα. Ο πρώτος νεκρός ήταν ο Μανώλης Αγιομυργιαννάκης, συνταξιούχος μαθηματικός από την Αμαλιάδα, 66 ετών, που είχε επιστρέψει από προσκυνηματικό ταξίδι στους Αγίους Τόπους.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο νέος κορωνοϊός έμοιαζε για πολλούς με μια απειλή που πλησίαζε από μακριά — μέσα από εικόνες άλλων χωρών και από τους αυξανόμενους αριθμούς των κρουσμάτων. Από εκείνη την ημέρα όμως η πανδημία απέκτησε πρόσωπο, χρόνο και τόπο μέσα στην ελληνική πραγματικότητα.
Το πλαίσιο εκείνων των ημερών ήταν ήδη πυκνό. Στις 11 Μαρτίου 2020 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας χαρακτήρισε επίσημα την COVID-19 πανδημία, ενώ την ίδια ημέρα η Ελλάδα είχε προχωρήσει στο κλείσιμο όλων των σχολείων και των πανεπιστημίων της χώρας. Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό διήμερο, η 12η Μαρτίου λειτούργησε σαν το οριστικό πέρασμα από την προετοιμασία στη συνειδητοποίηση ότι η κρίση ήταν πλέον εδώ.
Η είδηση του πρώτου θανάτου λειτούργησε σαν συλλογικό σοκ. Την ίδια ημέρα επεκτάθηκαν τα περιοριστικά μέτρα: έκλεισαν κινηματογράφοι, θέατρα, γυμναστήρια, νυχτερινά κέντρα και ανεστάλη η λειτουργία των δικαστηρίων. Η νέα καθημερινότητα της υγειονομικής επιτήρησης άρχισε να γίνεται ορατή σε όλους: λιγότερες μετακινήσεις, μεγαλύτερη επιφύλαξη, συνεχής ενημέρωση, αγωνία για τους πιο ευάλωτους.
Γι’ αυτό και η 12η Μαρτίου έχει μείνει τόσο έντονα χαραγμένη στη συλλογική μνήμη. Ο πρώτος θάνατος από COVID-19 δεν καταγράφηκε απλώς ως η αρχή μιας στατιστικής σειράς. Ήταν η στιγμή που η πανδημία πέρασε από τα διεθνή δελτία στην προσωπική και οικογενειακή ανησυχία.
Και μαζί με τη μνήμη εκείνης της ημέρας, αξίζει να θυμόμαστε και τον άνθρωπο πίσω από το πρώτο αυτό όνομα της στατιστικής. Έναν συνταξιούχο δάσκαλο των μαθηματικών από μια μικρή πόλη της Πελοποννήσου — έναν άνθρωπο που, χωρίς να το θέλει, έμεινε στην ιστορία ως το πρώτο σημάδι μιας εποχής που επρόκειτο να αλλάξει τη ζωή όλων.
