Για άλλη μία φορά η CEA προσπαθεί να εντοπίσει τις διαφορές στις δραστηριότητες των ασφαλιστικών ιδρυμάτων από εκείνες των πιστωτικών. Σε ανακοίνωση της προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τονίζει την σημασία επιβολής κατάλληλων φόρων ανάλογα με το είδος της δραστηριότητας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, τον τύπο του ιδρύματος, το ρόλο στην εγχώρια οικονομία, και το ρόλο που διαδραμάτισε στην περίοδο της οικονομική κρίσης και στην σταθερότητα της οικονομίας.
Η CEA να σημειωθεί παρέθεσε αυτές τις δηλώσεις προς την ΕΕ στις 19 Απριλίου στα πλαίσια της διαβούλευσης που γίνεται για την επιβολή φόρων σε τομείς όπως οι Χρηματοοικονομικές Συναλλαγές και οι Χρηματοπιστωτικές Δραστηριότητες. Παράλληλα για άλλη μία φορά αναφέρεται στις θεμελιώδεις διαφορές που υφίστανται μεταξύ τραπεζών και ασφαλιστικών εταιρειών από επιχειρηματική σκοπιά και του ρόλου τους στην κοινωνία.
Τονίζεται ότι ο κλάδος ιδιωτικής ασφάλισης δεν προκάλεσε ποτέ την συστημική χρηματοπιστωτική κρίση, ενώ ο ίδιος έλαβε μόνο ένα μικρό μέρος κρατικών ενισχύσεων σε σχέση με τις τράπεζες. Συνεπώς και είναι άσκοπο να ‘τιμωρηθούν’ χαρακτηριστικά τονίζει ‘οι χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες στο σύνολο τους για κινδύνους που απορρέουν κυρίως από τον τραπεζικό τομέα’.
Επιπλέον, η CEA είναι πεπεισμένη ότι η αποτελεσματική εποπτεία και το κατάλληλο ρυθμιστικό πλαίσιο αποτελεί την καλύτερη μέθοδο αντιμετώπισης του ζητούμενου που είναι η χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η εφαρμογή της Οδηγίας Solvency II, ρυθμιστικό καθεστώς που θα τεθεί σε ισχύ στα τέλη του 2012 είναι και η λύση του προβλήματος.
Τέλος, η CEA εκφράζει τις διαφωνίες της στο ότι ο ασφαλιστικός τομέας δεν φορολογείται επαρκώς σε σχέση με άλλους κλάδους της οικονομίας, τονίζοντας ότι τα ασφάλιστρα των ασφαλιστικών φορολογούνται σε εθνικό επίπεδο, είδος φόρου που δεν εφαρμόζεται στις τράπεζες. Επίσης, οι ασφαλιστικές εταιρείες υπόκεινται σε φόρο που δεν εκπίπτει του ΦΠΑ για τις δραστηριότητες της.