ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Όταν η τέχνη του Ντέιβιντ Χόκνεϊ ήταν εξώφυλλο στο The New Yorker

Ντέιβιντ Χόκνεϊ

Ο θάνατος του Ντέιβιντ Χόκνεϊ, σε ηλικία 88 ετών, έκλεισε ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της σύγχρονης ζωγραφικής. Γεννημένος το 1937 στο Μπράντφορντ της βόρειας Αγγλίας, ο Χόκνεϊ υπήρξε ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους και αγαπητούς καλλιτέχνες του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Οι πισίνες της Καλιφόρνιας, τα πορτρέτα φίλων και συντρόφων, τα τοπία του Γιορκσάιρ, οι τολμηρές χρωματικές συνθέσεις και η αδιάκοπη περιέργειά του για νέες τεχνικές – από τη φωτογραφία μέχρι το iPad – τον κατέστησαν μια μοναδική φυσιογνωμία της τέχνης.

Τις τελευταίες ημέρες γράφτηκαν πολλά για τη ζωγραφική του, για την ελευθερία του πνεύματός του, ακόμη και για τη θρυλική αγάπη του προς το τσιγάρο. Κοιτάζοντας όμως μερικά από τα εξώφυλλα που φιλοτέχνησε για το The New Yorker, θυμήθηκα κάτι διαφορετικό. Όχι τόσο τον ζωγράφο όσο τον τρόπο με τον οποίο η τέχνη έφθανε κάποτε στους ανθρώπους.

Για όσους περάσαμε τη ζωή μας στις εφημερίδες και στα περιοδικά, τα εξώφυλλα είχαν μια ιδιαίτερη σημασία. Δεν ήταν απλώς το περιτύλιγμα του περιεχομένου. Ήταν συχνά το πρώτο έργο τέχνης που συναντούσε ο αναγνώστης μέσα στην ημέρα του.

Ο Χόκνεϊ είχε τη σπάνια ικανότητα να μετατρέπει ένα εξώφυλλο περιοδικού σε μικρή έκθεση ζωγραφικής. Ένα τασάκι πάνω σε τραπέζι. Ένα φωτεινό δωμάτιο με μια πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο. Ένας δρόμος που χάνεται ανάμεσα σε κυματιστά χωράφια. Μια σειρά από λεπτόκορμα δέντρα που υψώνονται στον ορίζοντα. Δεν επρόκειτο για εικόνες που κραύγαζαν για προσοχή. Ήταν εικόνες που σε καλούσαν να σταθείς για λίγο και να κοιτάξεις.

Αυτό ακριβώς ήταν και η ουσία της τέχνης του. Να μας μάθει να βλέπουμε.

Σήμερα έχουμε πρόσβαση σε περισσότερες εικόνες από οποιαδήποτε άλλη εποχή της ανθρώπινης ιστορίας. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μπορούμε να περιηγηθούμε σε χιλιάδες έργα τέχνης από κάθε γωνιά του κόσμου. Κι όμως, συχνά αισθάνομαι ότι βλέπουμε λιγότερο. Οι εικόνες περνούν βιαστικά από την οθόνη, χάνονται μέσα σε ατελείωτες ροές περιεχομένου και αντικαθίστανται αμέσως από άλλες.

Το έντυπο λειτουργούσε διαφορετικά. Ένα εξώφυλλο έμενε πάνω στο γραφείο, στο τραπεζάκι του σαλονιού, στο περίπτερο της γειτονιάς. Το συναντούσες ξανά και ξανά μέσα στη μέρα. Γινόταν μέρος της καθημερινής ζωής σου. Έτσι η τέχνη έβγαινε από τα μουσεία και τις γκαλερί και έμπαινε αθόρυβα στα σπίτια των ανθρώπων.

Αυτό είναι που μου έρχεται στον νου βλέποντας σήμερα τα εξώφυλλα του Χόκνεϊ στο The New Yorker. Όχι μόνο η αξία τους ως έργα ζωγραφικής, αλλά και ο ρόλος τους ως αγγελιοφόροι της τέχνης σε μια εποχή όπου το χαρτί εξακολουθούσε να αποτελεί τόπο συνάντησης δημιουργών και αναγνωστών.

Ο Χόκνεϊ δεν χρειαζόταν το The New Yorker για να γίνει γνωστός. Το περιοδικό, όμως, χρειαζόταν καλλιτέχνες σαν τον Χόκνεϊ για να θυμίζει ότι ο πολιτισμός δεν κατοικεί μόνο στα μουσεία αλλά και στις σελίδες που ξεφυλλίζουμε. Και ίσως αυτό να είναι ένας καλός λόγος για να συνεχίσουμε να κρατάμε τα περιοδικά ζωντανά.

Σήμερα οι εικόνες του βρίσκονται με ένα κλικ. Η πρόσβαση στην τέχνη δεν υπήρξε ποτέ ευκολότερη. Εκείνο που έγινε δυσκολότερο είναι η συνάντηση μαζί της. Ένα εξώφυλλο περιοδικού μπορούσε να φέρει έναν μεγάλο ζωγράφο στο περίπτερο της γειτονιάς, στο τραπέζι του καφενείου, στην τσάντα ενός επιβάτη του τρένου. Έκανε την τέχνη μέρος της καθημερινής ζωής.

Ίσως γι' αυτό, κοιτάζοντας σήμερα τα εξώφυλλα που δημιούργησε ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ για το The New Yorker, να αισθάνομαι ότι δεν αποχαιρετούμε μόνο έναν σπουδαίο ζωγράφο. Θυμόμαστε και έναν τρόπο με τον οποίο η τέχνη ταξίδευε κάποτε ανάμεσα στους ανθρώπους. Και όσο θα υπάρχουν περιοδικά που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ένα εξώφυλλο μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από ένα διαφημιστικό δόλωμα — μπορεί να είναι ένα έργο τέχνης — αυτή η διαδρομή δεν θα έχει τελειώσει.

Ντέιβιντ Χόκνεϊ