ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Europa Forum Wachau 2026: Μονόδρομος η ενεργειακή αυτονομία της Ευρώπης - O ρόλος της Ελλάδας και της Αυστρίας στη νέα πραγματικότητα

img_20260521_112556055_sr

Σπύρος Καπράλος, Κρεμς αν ντερ Ντονάου


Στην Αυστρία βρίσκεται ο ενεργειακός αυτοκινητόδρομος που θα οδηγησει το φυσικό αέριο από την Ελλάδα στην Κεντρική Ευρώπη. Η Ελλάδα και η Αυστρία είναι τα δύο άκρα δύο συστημάτων ενεργειακής διασύνδεσης που μπορούν να σπάσουν τα τείχη της ενεργειακής απομόνωσης της δυτικής από την ανατολικής Ευρώπης και να εξασφαλίσουν εναλλακτικές ποσότητες και καλύτερες τιμές για τους Ευρωπαίους. Η Ελλάδα αποτελεί την αφετηρία του κάθετου διαδρόμου που διαπερνά, Βουλγαρία, Ρουμανία, Μολδαβία για να φτάσει ως την Ουκρανία. 

Στην Αυστρία καταλήγει ο αγωγός BRUA από τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Ουγγαρία που συνδέει ουσιαστικά την ανατολική με την κεντρική Ευρώπη και έχει στόχο τη διοχέτευση αερίου από την Κασπία και τη Μαύρη θάλασσα. Όμως η ενεργοποίηση του κάθετου διαδρόμου από την Ελλάδα μπορεί να καταστήσει πλέον τον Brua την πύλη για τη διοχέτευση του αερίου από το νότο στην κεντρική Ευρώπη. Και επειδή διαθέτει αμφίδρομη λειτουργία θα μπορούσε μελλοντικά να διοχετεύσει και αέριο από το βορρά προς το νότο.

Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, την αλλαγή στάσης των ΗΠΑ και τις γεωπολιτικές αναταράξεις στα Στενά του Ορμούζ, γίνεται ακόμη πιο επιτακτική η ανάγκη για πιο αποφασιστικά βήματα στην κατεύθυνση της ενεργειακής αυτονομίας της Ε.Ε. Πρόκειται για μία κοινή διαπίστωση των προβεβλημένων πολιτικών προσωπικοτήτων που συμμετείχαν στο στρογγυλό τραπέζι στο πλαίσιο του 30ου Ευρωπαϊκού Φόρουμ του Βαχάου που πραγματοποιήθηκε στην ευρύτερη περιοχή του Κρεμς στην Κάτω Αυστρία. Η υφυπουργός Ενέργειας της Αυστρίας Ελίζαμπεθ Ζεέτνερ μαζί με κορυφαία στελέχη της αγοράς στην κεντρική Ευρώπη, αλλά και τον πρώην υπουργό ενέργειας της Βόρειας Μακεδονίας Νάσερ Νουρεντίνι συνομολόγησαν ότι η απεξάρτηση από τη Μόσχα πρέπει να συνεχιστεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα πρέπει να πάρει τη θέση της η Ουάσιγκτον.. H ηγεσία του αυστριακού υπουργείου Ενέργειας προσδοκά στην εμβάθυνση της συνεργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ωστόσο, δεν παραγνωρίζει τις αρνητικές επιπτώσεις που είχε στις τοπικές κοινωνίες η γρήγορη μετάβαση στην πράσινη ανάπτυξη, χωρίς προηγουμένως να υπάρξουν ασφαλιστικές δικλειδες που θα απορροφήσουν τους κραδασμούς και χωρίς να έχουν ενημερωθεί οι τοπικές κοινωνίες και οι άμεσα εμπλεκόμενοι κλάδοι, όπως είναι οι αγρότες. Η απουσία ενός ολοκληρωμένου διαλόγου ανάμεσα σε όλα εμπλεκόμενα μέρη ήταν η βασική αιτία που τα τελευταία χρόνια έβγαλε στους δρόμους παραγωγούς σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή επικράτεια. 

Το ενεργειακό ζήτημα δεν είναι επ’ ουδενί μονοδιάστατο, αλλά εξαιρετικά σύνθετο, αφού επηρεάζει άμεσα ή έμμεσα την καθημερινότητα των πολιτών. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι μια απότομη μετάβαση σε μία νέα πραγματικότητα, όπως λ.χ συνέβη με τις αποφάσεις για απολιγνιτοποίηση, προκάλεσε έντονες κοινωνικές αντιδράσεις, καθώς ανέτρεψε το εργασιακό καθεστώς σε πολλές χώρες. Στις περιπτώσεις των Δυτικών Βαλκανίων, οι αναταράξεις υπήρξαν ακόμη πιο έντονες, καθώς οι εργαζόμενοι στο συγκεκριμένο κλάδο ήταν αριθμητικά πολλοί και μέσα σε ένα ευρύτερο κλίμα ανασφάλειας και αβεβαιότητας εξεγέρθηκαν κατά των κυβερνητικών αποφάσεων που θα ανέτρεπαν τη ζωή τους. Τα φαινόμενα αυτά παρατηρήθηκαν και σε κράτη που βρίσκονται στον προθάλαμο ένταξης στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Τα όσα περιγράφηκαν προηγουμένως αφορούν άμεσα και την Ελλάδα, η οποία μέσα από συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, όπως είναι ο καθετος διάδρομος ή ο κόμβος LNG στην Αλεξανδρούπολη αποτελεί πλέον υπολογίσιμη δύναμη στην περιοχή.  Είναι λοιπόν φυσικό επακόλουθο, οι χώρες που συνορευουν με την Ελλάδα ή βρίσκονται σε μικρή ακτίνα να προσδοκούν σε περαιτέρω συνεργασίες που θα τις θωρακίσουν, με φόντο ένα ενεργειακό βιώσιμο μέλλον. Για παράδειγμα υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι από τη Βόρεια Μακεδονία περιγράφουν την προοπτική δημιουργίας κοινών έργων ως μια γουίν-γουίν επιλογή με κέρδη για όλους τους εμπλεκόμενους. Εν κατακλείδι, ένα σταθερό ενεργειακό σύστημα χρειάζεται λειτουργικές συνδέσεις σε όλη την ήπειρο. Η έμφαση στην παρούσα φάση δίνεται στην επέκταση των υποδομών μεταξύ ανατολικής και δυτικής Ευρώπης, ώστε η ασφάλεια του εφοδιασμού να καταστεί συλλογική δύναμη. Το ζητούμενο, υπό τις παρούσες συνθήκες, είναι να δημιουργηθεί ένα ανθεκτικό ευρωπαϊκό δίκτυο και παράλληλα να διασφαλιστεί ένα πολιτικό πλαίσιο που θα επιτρέψει ανεμπόδιστες ενεργειακές ροές την επόμενη μέρα. Σε αυτή δε την κατεύθυνση η στρατηγική επιλογή της διεύρυνσης μπορεί να δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε ο συγκεκριμένος στόχος να γίνει πράξη.