Γράφει ο Αθανάσιος Θεοδωράκης
πολιτικός επιστήμονας, συγγραφέας του βιβλίου «Πίσω στο χωριό. Η απάντηση στην κρίση είναι η αγροτική παραγωγή», εκδόσεις Α. Λιβάνη
Στην προσπάθεια αναζήτησης νέων κοινωνικών και οικονομικών μοντέλων, αφού το σημερινό παρουσιάζει πολλές ατέλειες, τίθεται συχνά το ερώτημα: Είναι σήμερα εφικτή η επιστροφή στο χωριό; Εννοείται επιστροφή για εργασία, διαμονή, εγκατάσταση νέων ανθρώπων κι όχι περιστασιακή επαφή ή πολύμηνη διαμονή συνταξιούχων. Στο ανωτέρω ερώτημα η απάντηση είναι καθαρή κι αδιαμφισβήτητη: Όχι, δεν είναι εφικτή η επιστροφή στο χωριό, αν εννοούμε επιστροφή στο χωριό για αγροτική παραγωγή. Δεν υπάρχουν σήμερα οι κοινωνικές προϋποθέσεις γι αυτό. Εχει σπάσει η αλυσίδα που ένωνε τις γενιές, τις οικογένειες και ο κρίκος που συνδέει τις αγροτικές κοινωνικές παραδόσεις με τις σύγχρονες τεχνικές, στοιχεία που διασφάλιζαν την συνέχεια και την συνοχή της τοπικής κοινότητας.
Οι λόγοι της δυσμενούς αυτής εξέλιξης είναι πολλοί. Τα χωριά της ενδοχώρας έχουν ερημώσει εδώ και πολλά χρόνια. Λόγω της φτώχειας, η μετανάστευση, εσωτερική και εξωτερική δεν σταμάτησε ποτέ. Ενισχύθηκαν οι πόλεις και οι τουριστικές περιοχές, αλλά και στις τουριστικές περιοχές οι δραστηριότητες περιορίζονται αισθητά κατά τον χειμώνα. Εξαιρούνται βέβαια τα επαγγέλματα που ασχολούνται με την οικοδομική δραστηριότητα, αφού χτίζονται νέες κατοικίες και ανακαινίζονται οι παλιές για να γίνουν κυρίως τουριστικά καταλύματα.
Το ελληνικό παραδοσιακό χωριό επέζησε μέχρι τη δεκαετία του 1980 κι ύστερα άρχισε να φθίνει οριστικά. Σήμερα δεν υπάρχουν νέα ζευγάρια στα χωριά, δεν ακούγονται φωνές παιδιών στις πλατείες, τα σχολεία έκλεισαν και οι λίγοι μόνιμοι κάτοικοι είναι συνταξιούχοι. Εξαιρούνται τα λίγα ζευγάρια αλλοδαπών εργατών που σιγά-σιγά λόγω ηλικίας εγκαταλείπουν κι αυτά τα χωριά μας. Στο μεταξύ έχουν απομακρυνθεί από τα χωριά οι κρατικές υπηρεσίες (υγεία, εκπαίδευση, αστυνομία, εφορία, κλπ) κι αυτό λειτουργεί αποτρεπτικά για κάθε νέο ζευγάρι. Τι μένει λοιπόν; Η πόλη και η μετανάστευση στο εξωτερικό, όπως γίνονταν πάντα. Εκεί είμαστε.
Πρόκειται σαφώς για μεγάλες πολιτικές επιλογές της Πολιτείας που δεν ήθελε να διατηρήσει το παραδοσιακό χωριό. Δεν είναι θέμα αδιαφορίας, ούτε οικονομικό, όπως συχνά παρουσιάζεται, αλλά θέμα κοινωνικής και χωροταξικής οργάνωσης και πολιτικής επιλογής. Το χωριό στηρίζονταν ιστορικά στην κοινότητα, στην τοπική δυναμική, στη λαϊκή συμμετοχή, στην ισχυρή λογική της αυτοδιοίκησης. Το σύγχρονο κράτος είναι συγκεντρωτικό, δεν επιτρέπει την ύπαρξη και ανάπτυξη άλλων κέντρων εξουσίας, δεν ανέχεται συνεπώς τον παραδοσιακό κοινοτικό τρόπο ζωής που είχε τοπική λογική και αυτενέργεια. Ζήσαμε λοιπόν σύγκρουση διαφορετικών ιστορικών μοντέλων, του κρατισμού και του κοινοτισμού. Μέχρι σήμερα , υπερτερεί συντριπτικά ο κρατισμός, για να παραφράσουμε τον Γιώργο Σεφέρη που αναφέρονταν στον πόλεμο.
Επέλεξε διαχρονικά η ελληνική Πολιτεία την συρρίκνωση και την εξαφάνιση των χωριών. Αυτό συνοδεύτηκε και από ανάλογη διοικητική και πολιτισμική πολιτική. Δημηιουργήθηκαν μεγάλοι Δήμοι, το χωριό υποβαθμίστηκε, οι χωρικοί λοιδωρήθηκαν, η πόλη έγινε για όλους, δεξιούς και αριστερούς, ο νέος σύγχρονος, «προοδευτικός» πόλος της κοινωνίας, η επαρχία ξεχάστηκε και η επίσκεψη στο χωριό για κάποια γιορτή ή και διακοπές επιστέγασε αυτή την πάγια διαφορά και αλλαγή νοοτροπίας. Η τηλεόραση και τα κόμματα ολοκλήρωσαν το έργο. Στο μεταξύ μεγάλωσαν στις πόλεις δύο γενιές μακριά από το χωριό κι έτσι αποκόπηκε έμπρακτα και ο δεσμός των ανθρώπων με την παράδοση, στις πόλεις και ιδιαίτερα στην Πρωτεύουσα δεν αναφέρει κανείς, παρά σκωπτικά, τις τοπικές συνήθειες, ο αστός ζει απρόσωπα, ξεχασμένος και ήσυχος, δεν είναι μέτοχος στην τοπική ζωή, δεν ενδιαφέρεται για τα κοινά, το σύστημα του είναι απόμακρο. Οι νέες τεχνολογίες και εκ του μακρόθεν συναλλαγή με τις υπηρεσίες απομόνωσαν περισσότερο τον άνθρωπο.
Συρρικνώθηκαν τα χωριά, μειώθηκαν δραματικά οι μικρές και μεσαίες γεωργικές εκμεταλλεύσεις οικογενειακού χαρακτήρα και διογκώθηκαν αναπόφευκτα οι πόλεις, στην Αθήνα ζει ο μισός πληθυσμός της χώρας, αλλά τα προβλήματα διαρκώς οξύνονται παρά τα δισεκατομμύρια των επενδύσεων για τα λεγόμενα μεγάλα έργα. Η πολλαπλή εξάρτηση της Πρωτεύουσας είναι πανθομολογούμενη.
Σήμερα είναι εφικτή η επιστροφή στο χωριό για μη αγροτικές δραστηριότητες (όπως ο ουρισμός) όπως και η εγκατάσταση νέων σε χωριό για εξ αποστάσεως εργασία χάρη στο διαδίκτυο (κυρίως επιστήμονες, ελεύθεροι επαγγελματίες). Αυτές οι δραστηριότητες μπορούν να συνδυαστούν και με την αγροτική παραγωγή, ή με παραγωγή προϊόντων για ιδία κατανάλωση, αλλά δεν αφορούν την επιστροφή νέων που έχουν ως κύρια απασχόληση την αγροτική παραγωγή. Οι νέοι συχνά δεν έχουν τις γνώσεις που απαιτούνται, δεν έχουν την συναισθηματική επαφή με το χωριό, αλλά κυρίως δεν έχουν στήριξη για επιστροφή στο χωριό ως παραγωγοί. Η γραφειοκρατία πνίγει κάθε προσπάθεια, επιβιώνουν μόνο όσοι στηρίζονται σε αγροτικές οικογενειακές επιχειρήσεις με υποδομή, με πολλά στρέμματα ή κατοχυρωμένα «ιστορικά δικαιώματα» κοινοτικών επιδοτήσεων. Η κοινωνική απομόνωση, κι η έλλειψη νέων γυναικών στην επαρχία, τους ωθεί όμως κι αυτούς στη φυγή στις πόλεις.
Εχει όμως ο καιρός γυρίσματα. Η νέα ιστορική φάση έρχεται με νέες προκλήσεις, η πόλη έγινε δύσκολη, δηλαδή μη βιώσιμη με όρους της σύγχρονης εποχής που χαρακτηρίζεται από ακραία καιρικά φαινόμενα. Οι πόλεις μας χτίστηκαν για άλλο κλίμα, όπως χαρακτηριστικά είπε ο καθηγητής κ. Κώστας Καρτάλης. Η πόλη είναι απολύτως εξαρτώμενη, δεν παράγει αγαθά, καταναλώνει συνεχώς εισαγόμενα είδη, η ακρίβεια είναι ανυπόφορη και δημιουργεί νέες ανισότητες και αυτό ενισχύει την εξάρτηση της εθνικής οικονομίας. Ελλείμματα, χρέος, ακρίβεια, και δανεισμός αυξάνονται. Η υποβάθμιση της υπαίθρου δεν οδήγησε σε ένα άλλο, ορθολογικό, σύστημα παραγωγής, εδώ δεν έχουμε οργανωμένη βιομηχανική παραγωγή, ούτε αντίστοιχη κοινωνική πειθαρχία, αντίθετα το καταναλωτικό μοντέλο εισαγομένων αγαθών και υπερβολικής ενίσχυσης του τομέα των υπηρεσιών έχει οδηγήσει στα άκρα την κοινωνική ισορροπία, με τραγικές συνέπειες και κινδύνους για την κοινωνία.
Τώρα οι νέες προκλήσεις και απειλές (ενδεικτικά, η κλιματική αλλαγή, η τεχνολογική επανάσταση, η αυτοματοποίηση της παραγωγής, ) πρέπει να οδηγήσουν σε αναθεώρηση του υφισταμένου μοντέλου και κυρίως να ωθήσουν σε ριζική αποκέντρωση του κράτους, αφού αυτό ρυθμίζει τις δραστηριότητες. Η ζωή στην επαρχία, πόλη, κωμόπολη ή χωριό, αποκτά σήμερα πρόσθετο ενδιαφέρον αφού η ποιότητα ζωής στις πόλεις διαρκώς χειροτερεύει. Οι αποστάσεις εκμηδενίζονται χάρη στις νέες τεχνολογίες κι αυτό είναι θετικό για την επιστροφή της ελληνικής οικογένειας σε ένα φυσικό περιβάλλον, με λιγότερο άγχος, φτηνό τρόπο ζωής, καλύτερη κοινωνική επαφή και ζωή μέσα στην πλούσια πολιτιστική μας παράδοση.
Αυτό που έχει πλέον σημασία για το ελληνικό έθνος είναι ο νέος πόλος βιώσιμης ανάπτυξης στην περιφέρεια για δημιουργική διέξοδο. Ο πόλος αυτός υπάρχει κι είναι η ελληνική κωμόπολη. Είναι κοντά στα χωριό για όσους νέους ενδιαφέρονται για την αγροτική παραγωγή, είναι δίπλα στη φύση, εξοπλισμένη με σύγχρονες πλέον υπηρεσίες και κυρίως έχει χαμηλότερο κόστος ζωής. Σε κάθε Περιφέρεια υπάρχουν πολλές πόλεις και κωμοπόλεις που σφύζουν από ζωή και πολλά νέα ζευγάρια προτιμούν να εγκατασταθούν εκεί. Εκεί είναι το μέλλον, εκεί υπάρχουν Κέντρα Υγείας, σχολεία, αστυνομία, κοινωνικές δραστηριότητες, επιχειρηματικές δράσεις που ενισχύουν την απασχόληση και την ποιότητα ζωής. Εκεί υπάρχει μεγαλύτερη ασφάλεια, ήρεμη ζωή, επαφή με τον γείτονα, τον συγγενή, τον φίλο, εκεί η καλημέρα έχει αξία, το άτομο πλαισιώνεται με φυσικό τρόπο από προσιτά ανθρώπινα δίκτυα.
Η αναζωογόνηση της υπαίθρου και η λύση του δημογραφικού προβλήματος συνδέεται πλέον με την εγκατάσταση νέων ζευγαριών στην κωμόπολη και στα χωριά. Αρκεί να υπάρξει μια σαφής, έξυπνη και αξιοπρεπής δημόσια πολιτική για το σύνολο της Επικράτειας, με δίκτυα υποδομών που ενισχύουν την λειτουργικότητα των νέων αυτών πόλων βιώσιμης ανάπτυξης. Το νέο αυτό μοντέλο που στην Ευρώπη αναπτύσσεται ραγδαία κυρίως λόγω της στεγαστικής κρίσης και της τρομερής αύξησης των ενοικίων, πρέπει να στηρίζεται σε σύγχρονες αντιλήψεις, να υποστηρίζει την τοπική αγροτική παραγωγή, να προβάλει τα παραδοσιακά προϊόντα, τις νέες υπηρεσίας εστίασης, ψυχαγωγίας, πολιτισμού, να δημιουργεί συνέργειες. Δεν αρκεί πλέον για τη χώρα η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού, χρειαζόμαστε ευρύτερα δίκτυα παραγωγής και προώθησης προϊόντων.
Μέσα στο νέο αυτό τοπίο το ελληνικό χωριό θα βρει τη θέση του, αφού εξακολουθεί να είναι φορέας πλούσιων ιστορικών βιωμάτων για πολλές γενιές και έχει άπειρες δυνατότητες παραγωγής, συνεργασιών, προβολής κοινωνικών προτύπων φιλικών προς τον άνθρωπο και το περιβάλλον. Υπό την έννοια αυτή το ελληνικό χωριό δεν τέλειωσε, μια νέα ιστορική φάση αρχίζει κι αυτό το ζήτημα είναι η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα. Η εποχή των μεγάλων πόλεων έφτασε στο κορύφωμά της κι εμείς πρέπει να ετοιμάσουμε το μέλλον. Ένα μέλλον απαλλαγμένο από την υπερκατανάλωση, την σπατάλη των φυσικών πόρων, την ανασφάλεια, τις αυξανόμενες εισαγωγές. Οι αγρότες, κύρια θύματα της κλιματικής αλλαγής και της κρατικής εγκατάλειψης, πρέπει να βρουν μια νέα, αξιοπρεπή κοινωνική θέση, σε μια εθνική προσπάθεια εξορθολογισμού της παραγωγής και ισόρροπης κατανομής των εθνικών πόρων.
Για την επίτευξη του νέου εθνικού σχεδίου προς μια δημιουργική αποκέντρωση θα απαιτηθεί η μετακίνηση πολλών κατοίκων από την Αθήνα προς την Περιφέρεια, μέσω της
μετεγκατάστασης δημοσίων υπηρεσιών και αποκέντρωσης κρατικών αρμοδιοτήτων. Εξάλλου η ηλεκτρονική διακυβέρνηση έχει αχρηστέψει πολλές δημόσιες υπηρεσίες που αναζητούν τρόπους απασχόλησης. Η αποκέντρωση, αρχής γενομένης από το Υπουργείο Γεωργίας που εξακολουθεί χωρίς λόγο να βρίσκεται στην πιο υποβαθμισμένη περιοχή της Αθήνας, είναι απαραίτητη και αναπόφευκτη. Εκατοντάδες χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι θα μετακινηθούν σε εθελοντική βάση και με επαρκή κίνητρα, προς τις πόλεις και τις κωμοπόλεις, αυτόν το νέο, δυναμικό πόλο κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης. Χιλιάδες ζευγάρια θα πάνε στην ύπαιθρο για ουσιαστική ενασχόληση με την αγροτική παραγωγή, την μεταποίηση και τις υπηρεσίες, εξυπακούεται, με κίνητρα και κατάλληλη τεχνική εκπαίδευση.
Με αυτή τη νέα κατάσταση, και τη νέα λογική, το χωριό αποκτά μεγάλο ενδιαφέρον, ο τόπος το χρειάζεται, η οικονομία και η κοινωνία το θέλει. Υπάρχει λοιπόν διέξοδος στη γενικευμένη κρίση, αρκεί να υπάρξει βούληση και σχέδιο. Η ελληνική ύπαιθρος μπορεί να αναλάβει μια τέτοια μεγαλειώδη προσπάθεια ανασυγκρότησης, αν η δημόσια πολιτική κάνει αυτή την επιλογή. Συνεπώς, ναι, είναι εφικτή η επιστροφή στο χωριό, για αξιοπρεπή ζωή και ποιοτική παραγωγή, ανθρώπινη συνεργασία, αλλά χρειάζεται μια άλλη δημόσια αγροτική πολιτική, και ευρωπαϊκή και εθνική, με κύρια στοιχεία την ορθολογική χρήση της γης, την εξοικονόμηση νερού και λογική χρήση της ενέργειας, με νέα χωροταξική και αναπτυξιακή πολιτική και με έμφαση στον ανθρώπινο παράγοντα, εν προκειμένω στην ελληνική αγροτική οικογένεια. Το κέντρο βάρους πρέπει πλέον να είναι ο πραγματικός παραγωγός.
Οι συνέργειες στην ύπαιθρο και η συνοχή των δράσεων είναι προϋπόθεση της νέας φάσης, όπως προϋπόθεση είναι και η ειλικρινής συνεργασία του κράτους με τους παραγωγούς αγροτικών προϊόντων. Η Πολιτεία έχει την ευθύνη να ενισχύσει και να ανυψώσει το λειτούργημα αυτών που μοχθούν σκληρά για να μας θρέφουν, το λειτούργημα των αγροτών, έτσι αποκαλούσαν την ενασχόληση με την γη οι αρχαίοι ρωμαίοι.
Μια νέα περίοδος μπορεί συνεπώς να αρχίσει με γενικευμένη χρήση των νέων τεχνολογιών προς όφελος της εθνικής οικονομίας και της βελτίωσης του επιπέδου ζωής του πληθυσμού. Τα δίκτυα επικοινωνίας, μεταφορών, διοίκησης και παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίου μπορούν να συνδυαστούν για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος. Ετσι θα αναζωογονηθεί η ύπαιθρος, θα ζωντανέψουν τα χωριά, και θα αυξηθεί η εθνική παραγωγή. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, ναι, είναι δυνατή η επιστροφή στο χωριό. Μια επιστροφή δημιουργική, στα πλαίσια ενός εθνικού σχεδίου με κύρια στοιχεία ένα λειτουργικό κράτος και μια υπεύθυνη αποκεντρωμένη διοίκηση. Με ευθύνη όλων σε όλα τα επίπεδα, με λογική χρήση των πόρων, με αίσθηση του μέτρου και επίγνωση των λαθών του παρελθόντος. Ετσι κι αλλοιώς το μοντέλο που γνωρίσαμε τέλειωσε κι είναι επικίνδυνο να παραμείνει ως έχει. Η υπερσυγκέντρωση του πληθυσμού σε μη βιώσιμες πόλεις και η εγκατάλειψη των οικισμών και των χωριών που μας στήριξαν ιστορικά, έφτασε στα όριά της. Η αλλαγή που επιβάλλει η νέα εποχή σε όλους τους τομείς είναι αναπόφευκτη, πρέπει λοιπόν να την οργανώσουμε.