Σήμερα, Παρασκευή 3 Ιουλίου, η Εκκλησία τιμά τη μνήμη των Αγίων Ανατολίου και Ευλαμπίου, καθώς και του Αγίου Υακίνθου του Μάρτυρος.
Υπήρξαν εποχές που οι μεγαλύτερες μάχες δεν δίνονταν στα πεδία των συγκρούσεων αλλά στις αίθουσες των συνόδων. Εκεί όπου κρίνονταν όχι σύνορα και βασίλεια, αλλά ιδέες, αξίες και η ίδια η συνοχή της κοινωνίας.
Ένας από τους ανθρώπους που βρέθηκαν στο επίκεντρο αυτής της ιστορίας ήταν ο Άγιος Ανατόλιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως τον 5ο αιώνα. Προερχόμενος από την Αλεξάνδρεια και μαθητής της μεγάλης θεολογικής της παράδοσης, ανέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο σε μια περίοδο έντονων θεολογικών αντιπαραθέσεων. Συνδέθηκε στενά με τη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451), όπου διατυπώθηκε το δόγμα για τη διπλή φύση του Χριστού. Η συμβολή του υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωση της εκκλησιαστικής διδασκαλίας και την ενότητα της Εκκλησίας.
Ξεχωριστή θέση στο σημερινό εορτολόγιο έχει και ο Άγιος Υάκινθος ο Μάρτυρας. Νέος στην ηλικία, καταγόταν από την Καισάρεια της Καππαδοκίας και υπηρέτησε ως αυλικός του αυτοκράτορα Τραϊανού. Όταν αρνήθηκε να συμμετάσχει στις ειδωλολατρικές θυσίες, φυλακίστηκε και υπέστη σκληρά βασανιστήρια. Παρέμεινε ακλόνητος στην πίστη του και άφησε την τελευταία του πνοή μέσα στη φυλακή, στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ. Η Εκκλησία τον τιμά ως πρότυπο νεανικού θάρρους, ακεραιότητας και συνέπειας στις αρχές του.
Οι άγιοι που τιμώνται σήμερα προέρχονται από διαφορετικές εποχές και διαφορετικές διαδρομές. Ο Ανατόλιος συνδέθηκε με τις μεγάλες θεολογικές αναζητήσεις της Εκκλησίας, ενώ ο Υάκινθος έγινε σύμβολο της ακλόνητης πίστης ενός νέου ανθρώπου απέναντι στην εξουσία. Δύο διαφορετικές μορφές που θυμίζουν ότι η ιστορία του χριστιανισμού γράφτηκε τόσο με τον λόγο όσο και με το προσωπικό παράδειγμα ζωής.
Σήμερα γιορτάζουν τα ονόματα: Ανατόλιος, Ζουμπουλία, Υάκινθος, Υακίνθη, Υάνθη και Ιάνθη.
Ο Άγιος Ανατόλιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (5ος αιώνας), υπήρξε μία από τις σημαντικότερες εκκλησιαστικές μορφές της εποχής του. Η συμβολή του στη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451) υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωση της ορθόδοξης χριστολογικής διδασκαλίας και την ενότητα της Εκκλησίας.
