Ο Ιούνιος είναι ο μήνας των κερασιών με τιμές που συνήθως ζαλίζουν και τα κάνουν είδος πολυτελείας. Έτσι ήταν πάντα ακριβά τα κεράσια για τους κατοίκους των πόλεων αλλά για όσους μεγαλώσαμε στην ύπαιθρο τα παλιότερα χρόνια θυμόμαστε πως οι κερασιές ήταν ένα δέντρο για το οποίο οι περισσότεροι νοικοκυραίοι φρόντιζαν να έχουν στην κήπο τους φυτεμένο γιατί έπαιζε πολλούς ρόλους.
Και ήταν τα κεράσια, το πρώτο φρούτο της χρονιάς που δρόσιζε τα στεγνωμένα από την ζέστη χείλη και αναπτέρωνε το κουρασμένο σώμα καθώς οι δουλειές του Ιουνίου στις αγροτικές περιοχές ήταν ο πιο κουραστικός του χρόνου καθώς μέσα σε αυτόν έπρεπε να γίνει ο θερισμός των σιτηρών, να κοπεί και να συγκεντρωθεί ο σανός για να έχουν τροφή τα ζώα το χειμώνα, να γίνουν τα πρώτα σκαλίσματα και ποτίσματα των κηπευτικών και βεβαίως να κουρευτούν τα πρόβατα. Στην κυριολεξία δεν έφτανε το 24άωρο και όλοι εύχονταν να περάσει γρήγορα ο μήνας και πάρουν μια ανάσα.
Μέσα σε αυτό το σφιχτό πρόγραμμα που δεν εξαιρούνταν κανένας από το σπίτι, όλο και κάποιο από τα παιδιά συνήθως έκλεβε λίγο χρόνο και ανέβαινε στις κερασιές για να μαζέψει κεράσια για όλους και φυσικά ήταν η καλύτερή του γιατί πρώτα φρόντιζε να γεμίσει την δική του κοιλιά και κατόπιν το καλάθι. Η συνήθεια, για πρακτικούς λόγους που είχαν παλιότερα να αφήνουν τις κερασιές να ψηλώνουν περιόριζε κατά πολύ το ανέβασμα στους μεγάλους κι έτσι κατά κάποιο τρόπο ο τρύγος σε αυτές αφορούσε τους νέους οι οποίοι δεν περιορίζονταν στις κερασιές της οικογένειας αλλά θεωρούσαν πως είχαν δικαιώματα σε όλες του χωριού και αυτό δημιουργούσε αρκετές παρεξηγήσεις με τους ιδιοκτήτες τους που τις φύλαγαν μέρα και νύχτα.
Τα θυμήθηκα σήμερα όχι γιατί τα είδα στη λαϊκή ή σε κάποιο μανάβικο αλλά από μια εικόνα που έτρεξε στο διαδίκτυο που ανέβασε μια ομάδα από το χωριό Πιτσιωτά Τυμφηστού, γειτονικού με το δικό μου. Όπως βλέπετε πρόκειται για ένα πιάτο με κεράσια από τα παλιά, τα λεγόμενα πατρινά, μια ποικιλία που εγκλιματίστηκε στην περιοχή, πρόκοψε και μάλιστα έγινε και προϊόν προς ανταλλαγή με άλλα προϊόντα με χωριά του κάμπου κυρίως όπου δεν ευδοκιμούσε η κερασιά. Αυτά τα κεράσια ήταν κίτρινα προς ροζ, έπαιρναν χρώμα ανάλογα από το σημείο που τα έβλεπε ο ήλιος και ήταν ιδιαίτερα ανθεκτικά στις μετακινήσεις οι οποίες γίνονταν μέσα σε μεγάλα κασόνια φορτωμένα στα ζώα.
Πρόλαβα μια τέτοια διαδικασία, το μάζεμα με ψηλές σκάλες από άντρες και γυναίκες κυρίως του χωριού και τη συσκευασία η οποία γίνονταν με τέτοιο τρόπο ώστε αυτά να φτάσουν χωρίς το παραμικρό πλήγμα ως τη Λαμία και την Καρδίτσα ακόμη. Εκείνα τα κεράσια έφερναν τα πρώτα χρήματα στο σπίτι, όπως και λίγο καπνό από τα καμποχώρια και την ωρίμανσή τους περίμεναν πως και πως όλοι στο χωριό.
Οι κερασιές αυτές πια δεν υπάρχουν. Έφυγε ο κόσμος αφέθηκαν στην τύχη τους. Κάρπισαν κάποια χρόνια αλλά σαν είδαν πως τα κεράσια τους δεν ενδιέφεραν πια κανέναν σταμάτησαν και αποδεχόμενες πια την μοίρα τους, μαράζωσαν, έσβησαν. Το ίδιο έκαναν εξάλλου και τα υπόλοιπα καρποφόρα του χωριού, καστανιές, καρυδιές, μηλιές, κυδωνιές αφού κατάλαβαν πως δεν είχαν κανένα ρόλο στη ζωή των ανθρώπων. Τα πατρινά κεράσια ήταν επίσης προϊόντα μιας άλλης γεωργίας. Δεν γνώρισαν λιπάσματα, φυτοφάρμακα και εντατικές καλλιεργητικές φροντίδες. Μεγάλωναν σχεδόν μόνα τους στις αυλές και στα χωράφια των χωριών, τρεφόμενα από το χώμα, τη βροχή και τον ήλιο του βουνού. Ίσως γι’ αυτό να μην ήταν όλα ίδια. Είχαν όμως μια γεύση που δύσκολα συναντά κανείς σήμερα.
Το πιάτο με τα πατρινά κεράσια με το οποίο μας προκάλεσαν οι φίλοι από τα Πιτσιωτά με έβαλε να κάνω αναδρομή στα περασμένα χρόνια, της ακμής των χωριών μας αλλά έμεινα με στεγνά χείλη. Τα κεράσια δεν ξεκόλλησαν από την οθόνη κι έμειναν εκεί να με προκαλούν…
Τα πατρινά κεράσια του Τυμφρηστού. Καρπός που συνόδευσε γενιές ανθρώπων και αποτέλεσε για δεκαετίες μικρό αλλά σημαντικό στήριγμα της ορεινής οικονομίας
Παλιά κερασιά στην Πίνδο. Στη σκιά της επιμένουν ακόμη οι μνήμες ενός κόσμου που έφυγε μαζί με τους ανθρώπους του.
