ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ε.Ε: Το στοίχημα της διεύρυνσης, τα εμπόδια και η συζήτηση για τις ευρωτουρκικές σχέσεις

shutterstock_2619351841.jpg

Έχουν περάσει δεκατρία χρόνια από τη στιγμή που οι Βρυξέλλες άναψαν το πράσινο φως για να περάσει η Κροατία το κατώφλι της Ε.Ε. Ήταν ουσιαστικά η τελευταία χώρα που εντάχθηκε στην ευρωπαϊκή οικογένεια, αλλά και στη ζώνη του ευρώ ένα μικρό χρονικό διάστημα αργότερα.Από εκείνη την περίοδο και έπειτα καταγράφηκε μία στασιμότητα ως προς τις διαδικασίες που αφορούσαν άλλες ενδιαφερόμενες χώρες, παρά το γεγονός ότι η διεύρυνση συνιστά μια στρατηγική επιλογή της ενωμένης Ευρώπης, στο δρόμο προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Οι λόγοι για αυτή την καθυστέρηση ήταν πολλοί και ίσως έως ένα βαθμό δικαιολογημένοι. Αξίζει να θυμηθεί κανείς ότι από το 2015 και μετά η Ευρώπη αντιμετωπίζει μεγάλες κρίσεις όπως το μεταναστευτικό, την πανδημία, τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις επιπτώσεις που εκείνος προκάλεσε, π.χ στην ενέργεια, στην οικονομία και κατ επέκταση στην καθημερινότητα του πολίτη. Ήδη από τη μεγάλη διεύρυνση προς την ανατολή το 2004 καταγράφηκαν ενστάσεις από τις ισχυρότερες χώρες στο βορρά, διότι αναγκάστηκαν να αποδεχθούν την αξιοποίηση περισσότερων κονδυλίων για τη στήριξη των κρατών που είχαν ενταχθεί πρόσφατα και χρειάζονταν στήριξη για να καλύψουν το χαμένο έδαφος και να προσεγγίσουν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στους επιμέρους δείκτες.

Σήμερα, βρισκόμαστε μπροστά σε νέα δεδομένα που καθιστούν την αποδοχή νέων μελών επιβεβλημένη, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θα πληρούν τα κριτήρια της Κοπεγχάγης. Κοντολογίς, οι απαραίτητες διαδικασίες χρειάζεται να γίνουν με συνέπεια, χωρίς εκπτώσεις στις ασφαλιστικές δικλείδες που διέπουν τόσο σοβαρές πολιτικές επιλογές. Το πολιτικό περιβάλλον έχει στις μέρες μας συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: οι διεθνείς γεωπολιτικές αναταράξεις, η συνέχιση τη ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, η στόχευση της Κίνας και της Ρωσίας να επηρεάζουν χώρες στην ευρύτερη περιοχή των δυτικών Βαλκανίων, αλλά και ο παράγοντας «Τραμπ», ο οποίος είναι απρόβλεπτος και λειτουργεί εκτός πλαισίου, αποτελούν τους βασικούς λόγους για την επέκταση της επιρροής της Ε.Ε και σε άλλες χώρες. Οι κατευθύνσεις είναι δύο.

Από τη μία πλευρά, τα Δυτικά Βαλκάνια, με περιπτώσεις να βρίσκονται εδώ και χρόνια στον προθάλαμο της Ε.Ε, ανάμεσα τους και η γειτονική στην Ελλάδα Αλβανία. Το ενδιαφέρον για την ένταξη χωρών, όπως το Μαυροβούνιο, η Σερβία, η Αλβανία και άλλες στην ευρωπαϊκή οικογένεια, είναι μεγάλο κυρίως στο γερμανόφωνο κόσμο, ο οποίος βλέπει σε αυτό το project περιθώρια άσκησης ισχυρής οικονομικής επιρροής μέσα από τη δημιουργία νέων ευκαιριών. Για παράδειγμα, στο αυστριακό Europa Forum Wachau που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Μάιο, η συμμετοχή εκπροσώπων από τις συγκεκριμένες χώρες ήταν δυσανάλογα μεγάλη ως προς το μέγεθος τους, ενώ αφιερώθηκε πολύς χρόνος για την επόμενη μέρα στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων. Όλα δείχνουν ότι το νήμα σε αυτή την προσπάθεια θα κόψει πρώτο το Μαυροβούνιο, το οποίο έχει κάνει άλματα προσαρμογής επενδύοντας ταυτόχρονα στο τουριστικό προϊόν, το οποίο βρίσκει μεγάλη ανταπόκριση και ανάμεσα στον ελληνικό πληθυσμό. Ηδη από τον περασμένο Ιανουάριο έχει κλείσει ένα πολύ σημαντικό διαπραγματευτικό κεφάλαιο (32), που αφορά στον χρηματοοικονομικό έλεγχο, με τους πιο τολμηρούς να προβλέπουν το άνοιγμα της ευρωπαϊκής πόρτας εντός του 2028.

Ο δεύτερος κατάλογος αφορά σε χώρες με έντονο γεωπολιτικό αποτύπωμα, όπως η Ουκρανία, η γειτονική Μολδαβία και σε μία επόμενη φάση η Γεωργία. Η περίπτωση της Ουκρανίας είναι αρκετά σύνθετη. Η ηγεσία των ευρωπαϊκών θεσμών έχει ξεκαθαρίσει σε πολιτικό επίπεδο ότι βλέπει το μέλλον της χώρας μέσα στην Ε.Ε. Ωστόσο, χρειάζεται εντατικοποίηση της προσπάθειας σε συνδυασμό με σαρωτικές μεταρρυθμίσεις για να γίνει ο στόχος πραγματικότητα. Η Ουκρανία βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση από το Φεβρουάριο του 2022, στηρίζεται οικονομικά σε μεγάλο βαθμό από τα κονδύλια που εγκρίνει η ευρωπαϊκή γραφειοκρατία, ενώ οφείλει περαιτέρω άλματα για να πλησιάσει τα προαπαιτούμενα σε επίπεδο δημόσιας διοίκησης, δικαιοσύνης κλπ.

Ωστόσο, πολύ πρόσφατα το ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε εποικοδομητικό διάλογο για το πώς μπορεί να προχωρήσει η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση της Ουκρανίας, λαμβάνοντας υπόψη τα στρατηγικά συμφέροντα της ΕΕ.

Αξιολογώντας την πρόοδο της Ουκρανίας στις μεταρρυθμίσεις που συνδέονται με τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων προσχώρησης στην ΕΕ, το Κοινοβούλιο χαιρέτισε την έναρξη, τον Ιούνιο του 2026, των ενταξιακών διαπραγματεύσεων για την δέσμη για τα «θεμελιώδη πεδία» (fundamentals), ενώ υψηλόβαθμα στελέχη εξέφρασαν την ελπίδα ότι σύντομα θα ακολουθήσουν και οι επόμενες δέσμες.

Η περίπτωση της Τουρκίας είναι διαφορετική και αναμφίβολα προσκρούει σε συγκεκριμένα δεδομένα που δεν συνάδουν με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Για παράδειγμα, θέματα όπως η ελευθερία του τύπου και της έκφρασης, το κράτος δικαίου, αλλά και η λειτουργία του πολιτικού συστήματος συνθέτουν την αχίλλειο πτέρνα μιας χώρας, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, συνεχίζει να απειλεί την εθνική κυριαρχία δύο χωρών, κρατών-μελών της Ε.Ε, όπως είναι η Ελλάδα και η Κύπρος. Αν και η Τουρκία κατάφερε τα περασμένα εικοσιτετράωρα να κερδίσει κάποιους επικοινωνιακούς πόντους στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα, αν και τραβά την προσοχή των εταίρων λόγω των γεωπολιτικών αναταράξεων, της γεωγραφικής της θέσης και της ανάγκης διατήρησης ισορροπιών στην ευρύτερη περιοχή. εντούτοις η ευρωπαϊκή της προοπτική συνιστά ένα διαφορετικό και πιο σύνθετο πολιτικό εγχείρημα. Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία οφείλει να αλλάξει ένα σημαντικό κομμάτι της σημερινής της εικόνας, αν θέλει να έχει μέλλον εντός της ευρωπαϊκής πραγματικότητας. 

Εν κατακλείδι, η στρατηγική επιλογή της διεύρυνσης αποτελεί μία κεντρική επιλογή και στόχο για την Ε.Ε. Συμφωνα με πολιτικούς αναλυτές, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μπορεί να αποτελέσει ανάχωμα γι τους δυνητικούς κινδύνους που απειλούν το κοινό μέλλον, αλλά και ευκαιρία για την περαιτέρω ενδυνάμωση της ενωμένης Ευρώπης.