Οι πρόσφατες δηλώσεις του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στην Άγκυρα, όπου διεξάγεται αυτές τις μέρες η Σύνοδος του ΝΑΤΟ, κατέδειξαν την απόσταση μεταξύ της αμερικανικής ηγεσίας και των συμμάχων στους κόλπους της Ε.Ε. Οι διαφορές φάνηκαν εξάλλου πρόσφατα από τον τρόπο που όλες οι πλευρές διαχειρίστηκαν το θέμα της επίθεσης στο Ιράν. Από τη μία πλευρά, οι ΗΠΑ έλαβαν μία μονομερή απόφαση για να επιτεθούν στην Τεχεράνη, μαζί με το σημαντικό εταίρο τους στη Μέση Ανατολή, το Ισραήλ. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν ρωτήθηκαν και παρ’ όλα αυτά συνεχίζουν να δέχονται και σήμερα τα επικριτικά σχόλια του Ντόναλντ Τραμπ επειδή πήραν τις αποστάσεις τους. Στην αντίπερα όχθη, η Ενωμένη Ευρώπη, μαζί με άλλες δυνάμεις όπως ο Καναδάς διατηρούν μια διαφορετική προσέγγιση απέναντι στις διεθνείς εξελίξεις, ακολουθώντας κατά κύριο λόγο το παραδοσιακό δόγμα του σεβασμού του διεθνούς δικαίου ως εργαλείο άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Έχει δε γίνει σαφές από την αμερικανική πλευρά ότι στη γεωπολιτική σκακιέρα ακολουθούν το δικό τους δρόμο, επενδύοντας στις σχέσεις και με συμμάχους εκτός ευρωπαϊκού τόξου, όπως το Ισραήλ, την Τουρκία, με ενδεικτικές ακόμη και τις περιπτώσεις της Κίνας και της Ρωσίας, Η τοποθέτηση αυτή των ΗΠΑ στο γεωπολιτικό χάρτη δημιουργεί νέα δεδομένα που η Ευρώπη οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη αν επιδιώκει πραγματικά να αυξήσει τους δείκτες ανθεκτικότητας της στη γεωπολιτική σκακιέρα και αν θέλει στο μέλλον να εμφανίζεται ως ένας ισχυρός πόλος στο παγκόσμιο status quo. Αυτό καθίσταται ακόμη πιο επιτακτικό από τη στιγμή που ένα σοβαρό ανοιχτό πολεμικό μέτωπο συνεχίζει να υφίσταται για πέμπτο συνεχόμενο χρόνο στη γειτονιά της, στην ανατολική Ουκρανία, χωρίς κανείς να μπορεί να προβλέψει ούτε να προεξοφλησει ποιες διαστάσεις θα λάβει την επόμενη μέρα.
Στο ευρωπαϊκό στρατόπεδο έχουν γίνει τα πρώτα βήματα στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της στρατηγικής αυτονομίας για την άμυνα και την ασφάλεια. Η απόφαση για μία βιώσιμη Ε.Ε μετά το 2030 φαίνεται τα τελευταία χρόνια σε επίπεδο θεσμικής επικοινωνίας των ευρωπαϊκών θεσμών, επιβάλλεται, ωστόσο, να γίνουν πιο αποφασιστικά βήματα σε πρακτικό επίπεδο. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες εκφράζουν φόβους για το επέκεινα, όπως αποκάλυψαν τα ποιοτικα στοιχεία του ευρωβαρόμετρου ήδη από την περασμένη χρονιά (2025). Σύμφωνα με αυτά, το 81% των Ευρωπαίων τάσσονται υπέρ μιας κοινής πολιτικής άμυνας και ασφάλειας τη στιγμή που το 78% ανησυχεί για την ασφάλεια και την άμυνα την επόμενη μέρα.
Οι ηγεσίες των ευρωπαϊκών θεσμών έχουν ήδη θέσει τους στόχους στο πλαίσιο ενός νέου οδικού χάρτη, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν στα παρακάτω σημεία:
1. στην οικοδόμηση μιας αμυντικής ευρωπαϊκής ένωσης.
2. Στην ενίσχυση της ετοιμότητας και της διαχείρισης κρίσεων.
3. Στη βελτίωση της εσωτερικής ασφάλειας.
4. Στην ενδυνάμωση των κοινών συνόρων.
5. Στη διαχείριση της μετανάστευσης με δίκαιο τρόπο.
Μία ολιστική προσέγγιση της στρατηγικής αυτονομίας καθίσταται μονόδρομος από τη στιγμή που ο συγκεκριμένος φάκελος επηρεάζει αναπόφευκτα πολλούς τομείς εφαρμοσμένης πολιτικής που σχετίζονται άρρηκτα με την ανθεκτική προσαρμοστικότητα του ευρωπαϊκού εγχειρήματος (resilience).
Ο μετασχηματισμός των Ενόπλων Δυνάμεων κάθε κράτους-μέλους, η εμβάθυνση των συνεργασιών σε επίπεδο αμυντικών βιομηχανιών, πτυχή που μπορεί να αποτελέσει το συγκριτικό πλεονέκτημα στο πλάνο για μία ισχυρή Ε.Ε, καθώς και η ενιαία αγορά αμυντικών προϊόντων και υπηρεσιών συνιστούν τρόπω τινά τα εχέγγυα για την μετάβαση σε μία νέα ελπιδοφόρα πραγματικότητα. Ωστόσο, κοινός παρονομαστής για το χτίσιμο μιας ανθεκτικής συμμαχίας-οντότητας είναι η αρχή του σεβασμού και της αλληλεγγύης, της υπόσχεσης δηλαδή πως όταν ένα κράτος-μέλος βρεθεί σε κίνδυνο θα τρέξουν και οι υπόλοιποι εταίροι να συνδράμουν. Αλά καρτ συμμαχίες έχουν ήδη καταγραφεί στο ευρωπαϊκό περιβάλλον,΄όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Γαλλίας και της Ελλάδας. Ωστόσο, προβλήματα που προκύπτουν από εξωτερικούς παράγοντες σε μία χρονική περίοδο που ο αναθεωρητισμός, λόγου χάριν, απειλεί την παγκόσμια ασφάλεια και σταθερότητα αντιμετωπίζονται μέσα από κοινές δράσεις. Για παράδειγμα, όταν η Τουρκία απειλεί με casus belli την Ελλάδα ή αμφισβητεί τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κύπρου απαιτείται ολιστικότητα στον τρόπο αντίδρασης και διαχείρισης. Συνιστά δε ακλόνητο επιχείρημα που πρέπει να επηρεάζει και τις αποφάσεις παραχώρησης οπλικών συστημάτων σε τρίτες χώρες που ναρκοθετούν με τη στρατηγική τους την προοπτική ειρήνης και συνεργασίας σε ένα κόσμο που διαρκώς μεταβάλλεται, μάλλον επί τα χείρω. Με άλλα λόγια, η παράμετρος χρειαζεται να ληφθεί σοβαρά υπόψη στη διαμόρφωση της νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής.
Εν κατακλείδι, η απόφαση για μία κοινή πορεία σε ζητήματα άμυνας και ασφάλειας συνιστά μία στοχευμένη επένδυση για το μέλλον. Τα κράτη-μέλη οφείλουν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα που δημιουργούν, όχι μόνο η έξαρση των κρουσμάτων αναθεωρητισμού, αλλά και η στροφή της αμερικανικής πολιτικής τουλάχιστον μέχρι να ολοκληρωθεί η δεύτερη θητεία Τραμπ στα τέλη του 2028. Η πρόοδος που έχει επιτευχθεί έως σήμερα στον τομέα αυτό δεν αρκεί για τη διαχείριση πιθανών νέων προκλήσεων. Η Ευρώπη οφείλει να ανεβάσει ταχύτητες, να πιστέψει στις δικές της δυνάμεις και να τοποθετήσει με γρηγορότερους ρυθμούς τα κομμάτια στο σύνθετο και απαιτητικό παζλ της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
