ae88fed3812ce9ff79f75a9aed12c5ec

Η φράση «πότε έχουμε Πάσχα φέτος;» είναι συχνή στο πρώτο δίμηνο κάθε χρόνου.

Το Πάσχα, μια από τις μεγαλύτερες θρησκευτικές γιορτές της Χριστιανοσύνης, γίνεται σε ανάμνηση του θανάτου και της Ανάστασης του Χριστού. Ήταν εβραϊκή γιορτή αρχικά και ο όρος σήμαινε πεσάχ = διάβαση. Συνδεότανε με την απελευθέρωση των Ισραηλιτών από την Αιγυπτιακή αιχμαλωσία τους.

Ο Χριστιανισμός παρέλαβε τη γιορτή και την καθιέρωσε σε ανάμνηση του θανάτου και Αναστάσεως, της μετάβασης αυτής εκ θανάτου προς Ζωήν. «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος». Στην αρχή υπήρχαν διαμάχες αν έπρεπε να γιορτάζεται Παρασκευή (θάνατος) ή Κυριακή (Ανάσταση). Στην Ανατολική μεριά ακολούθησαν να το γιορτάζουν την πρώτη Κυριακή μετά τις 14 του μήνα Νισάν, δηλαδή του μήνα στον οποίο η 14η ημέρα συμπίπτει με την εαρινή ισημερία (21 Μαρτίου) ή είναι η αμέσως επόμενη. Σε περίπτωση που η 14η του Νισάν αντιστοιχούσε σε Κυριακή ο εορτασμός γινότανε την άλλη Κυριακή.
Σύμφωνα με το Γρηγοριανό Ημερολόγιο το Πάσχα γιορτάζεται την Κυριακή που ακολουθεί μετά την εαρινή ισημερία πανσέληνο. Οι ορθόδοξοι δεν ακολούθησαν το Γρηγοριανό Ημερολόγιο και έτσι έχουμε δυο Πάσχα στο εκκλησιαστικό έτος.
Το μεγαλύτερο μέρος των πασχαλινών παραδόσεων συναντιέται σε διάφορες αρχαίες τελετουργίες εξαγνισμού, που συνδέονται με την αρχή της Άνοιξης. Η νηστεία και Σαρακοστή συμβάλλουν και αυτά πριν του Πάσχα. Το νερό και η φωτιά είναι δυο στοιχεία με εξαγνιστικές δυνάμεις παρόντα και εδώ. Σε πολλές χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία) συνηθίζουν να ραντίζουν με νερό ανθρώπους και σπίτια όταν χτυπούν οι καμπάνες… Αλλού ανάβουν φωτιές γύρω από οικισμούς και χωράφια… Και το αυγό συνεχίσθηκε σαν σύμβολο της Ανάστασης από αρχαιότερα ειδωλολατρικά έθιμα που συμβόλιζε τη ζωή. Πρόσφατο είναι το έθιμο των σοκολατένιων και ζαχαρένιων αυγών μάλλον Γερμανικής προέλευσης.

Το αρνί είναι και αυτό σύμβολο εξαγνισμού όπου γιορτάζεται ανάμνηση εξαγνισμού. Όπως γράφεται στο βιβλίο της Εξόδου των Ισραηλινών, ο Γιαχβέ, τη νύχτα που θα εξολόθρευε τα πρωτότοκα ανθρώπων και ζώων των Αιγυπτίων δε θα εξολόθρευε σε όσα σπίτια είχαν σημαδευτεί με αίμα αρνιού που είχε θυσιαστεί σε τελετή. Το Πάσχα των Εβραίων είχε και αυτό τις ρίζες του σε πανάρχαια γεωργική γιορτή με διάφορες τελετουργίες όπου τρωγόταν αρνί από θυσία και χόρτα πικρά μαζί με στάχυα απαρχών συγκομιδής. Στο Χριστιανισμό ο Χριστός είναι ο νέος Αμνός που θυσιάστηκε για τη Σωτηρία της ανθρωπότητας. Έτσι συμβολικά το Πάσχα γίνεται διάβαση, πέρασμα από το θάνατο στη Ζωή. Από την Αμαρτία στη Σωτηρία.

Έτσι αυτή η κινητή εορτή γίνεται μόνιμος στόχος των Χριστιανών για κατάκτηση της Σωτηρίας της ψυχής τους. Αν τα μηνύματα αυτών των Άγιων Ημερών γίνουν μόνιμο μέλημα στην καθημερινότητα οι άνθρωποι θα βρουν χαρά, ειρήνη και σωτηρία.
Στις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος και κυρίως από την Κυριακή του Πάσχα στις ακολουθίες και τις Θείες Λειτουργίες υπάρχει μια κορύφωση μια κορύφωση εννοιών και λέξεων και ύμνων που δίνουν χαρά και ειρήνη και λύτρωση στις ψυχές των ανθρώπων που παρακολουθούν τα δρώμενα.

Ο Λόγος, η λαλιά του ανθρώπου σαν μέσου έκφρασης και συνεννόησης, η Ομιλία, οι ήχοι, το «Θεατρικό» των παραστάσεων και αναπαραστάσεων, οι διηγήσεις των Ευαγγελιστών, τα συναισθηματικά ξεσπάσματα, η προετοιμασία, η προσδοκία και προσμονή, η τραγικότητα, η λήξη του Πάθους, η Ανάσταση, το Φως, η Λαμπρή, η Ελπίδα όλα «ντυμένα» και κλεισμένα στις απαράμιλλου κάλλους Ελληνικές Λέξεις και εκφράσεις, τα πάντα είναι μονίμως σε μια ΠΑΡΑΚΙΝΗΣΗ διάβασης, περάσματος, Πάσχα από κάπου προς κάπου αλλού. Και επειδή πολλές φορές η ψυχή μένει διστακτική και ανήσυχη μέχρι να καταλάβει τη μάχη της με το θνητό σώμα, και επειδή άλλο Νόηση και άλλο αληθής γνώμη, και επειδή η Πειθώ δε θίγει τη Νόηση, ανατρέπει όμως τη γνώμη όπως γράφει ο Πλάτων στον Τίμαιο, παραθέτω λέξεις και τον Ελληνικό Λόγο που κρύβουν μέσα τους έτσι για να μοιραστώ μαζί με σας τα νοήματά τους μήπως και διαβούμε μαζί κάποιες Γέφυρες, όπως και καθημερινά το κάνουμε και στις δουλειές μας…
Κατ’ αρχάς να πούμε ότι η Ελληνική Γλώσσα η καθαρά και καλλιρήμων και ευεπής χάρις εις το «εύγλωσσον» αυτής δωρίζει «το μελιχρόν εν ταις ακοαίς ημών» όπως γράφει η Άννα Τζιροπούλου και ότι είναι γλώσσα μουσική αφού η φωνή ανεβοκατεβαίνει τη μουσική κλίμακα που έκαναν τους Ρωμαίους να πουν ότι οι Έλληνες «ελάλουν ως αηδόνες».
Στις εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ και το βιβλίο «Ο ΕΝ ΤΗ ΛΕΞΕΙ ΛΟΓΟΣ» είναι περισσότερα από αυτά που γράφουμε.


Λόγος
είναι φωνή, σκέψις, υπολογισμός, αναλογία. Ό,τι έχει σχέση με τη Λογική. Είναι διάνοια άνευ φθόγγου. Και το μετά φωνής ρεύμα από διανοίας.
Κοντά στο Λόγο είναι το λογίζομαι, συλλογίζομαι, αναλογίζομαι, διαλογίζομαι, διανοούμαι, σκέπτομαι, στοχάζομαι.
Σοφός είναι από τη λέξη οπός = χυμός φυτού και κατά παρομοίωση «χυμοί σοφίας». Συφός = γλεύκος. Η σοφία είναι διανοητική αρετή.
Αλήθεια. Από το στερητικό α και το λανθάνω. Λανθάνω σημαίνει 1) διαφεύγω της προσοχής 2) λησμονώ. Α-λήθεια είναι το ότι ομιλώ επακριβώς χωρίς να έχω λησμονήσει κάτι.
Το αντίθετο των λόγων είναι η σιωπή, από το ωψ = και ήχο 666.
Θεός είναι αυτός που θεάται, θεωρεί τα πάντα. Προέρχεται από το ρήμα θέω = τρέχω, διότι τα ουράνια σώματα τα θέοντα εις τον Ουρανόν, λατρεύτηκαν απ’ τον άνθρωπο σαν πρώτοι θεοί.
«Εις ων ο Θεός, πολυώνυμος εστί…» (Αριστοτέλης). Άγγελος είναι ο αγγελιαφόρος εκ του αν και άγω.
Μάκαρ-μακάριος είναι εκ του μη + κήρ. Κηρ είναι ο όλεθρος, η καταστροφή. Οι Θεοί είναι αιώνιοι.
Ναός είναι το κατοικητήριο του Θεού, εκ του ναίω = κατοικώ.
Βωμός είναι από το βαίνω. Πάω να θυσιάσω.
Ιερεύς είναι αυτός που αναπέμπει θυσίες στο Θεό. Από το ρήμα ήιμι, το πέμπτω. Σημαίνει και ακμαίος για να μπορεί να κινείται γι’ αυτό και οι ιερείς έπρεπε να είναι αρτιμελείς, ιεροί, γεροί.
Προφήτης είναι αυτός που είπε κάτι πριν. Από το προ + φημί.
Εορτή είναι το γενικό ξεσήκωμα, από το όρνυμι, όρθιος, ορθός, ορτός, ορτή.
Πανήγυρις, από το παν + αγύρις, αγορά, αγείρω.
Ευχή, προσευχή. Εκ του ευ + έχειν. Αίτηση για ευ-εχειν.
Δέησις, από το ρήμα δέομαι = έχω ανάγκη, στερούμαι κάτι. Δέω = δεμένος σε κάτι που έχω ανάγκη.
Ικεσία, από το ίκω = φθάνω, είμαι ικέτης για να διατυπώσω ευχή.
Χαρά είναι η ψυχής έπαρσις και διάχυσις.
Χα….ρέει. Έχει ροή η ψυχή προς ηδονή, ευχαρίστηση.
Φαιδρότης είναι αυτό που φαίνεται ότι ρέει φως. Από το φάος και ορώ.
Λύπη είναι κάτι που μένει μετά από λύσι, διάλυση. Άλλοι λένε ότι λύπη είναι η απολέπιση, το ξεφλούδισμα. Άλλοι λένε ότι η λέξη λύπη βγαίνει από το λυ-ωπη, από το ότι λύνει τα δάκρυα στα μάτια. Άλλοι ότι βγαίνει από τη λέξη ρύπη (ρύπος ψυχής) που έγινε λύπη. Είναι και άλλοι που υποστηρίζουν ότι βγαίνει από το λέλοιπα = έχω στερηθεί. Ο Αισχύλος τη λύπη τη λέει επιβλαβή. Ο Αντιφάνης ότι «άπαν το λυπούν έστι ανθρώπω νόσος».
Θλίψη είναι αυτό που θλίβει, συνθλίβει, πιέζει από το ρήμα θλάω-ώ. Ο θλιμμένος συντρίβεται, γίνεται «λείωμα».
Πένθος είναι μέγα πάθημα, μεγάλη λύπη ανεπανόρθωτη από το πάσχω-πέπονθα.
Απελπισία είναι η παντελής έλλειψη ελπίδος. Το να μην έλπεσαι, ελπίζεις.
Οίκτος είναι έλεος, λύπη για άλλες συμφορές και βγαίνει από το εικω = υποχωρώ.
Πόνος, από το Π (πίεση) και όνος = βάρος.
Οδύνη, από το δούς ως δάκνουσα, δαγκώνει.
Η οδύνη τρώει την ψυχή, την δαγκώνει.
Κλαίω σημαίνει θρηνώ μεγαλοφώνως από το καλώ και κλάω για να αδειάσει η εσωτερική πίεση….
Θρηνώ από το θρέομαι = ξεφωνίζω.
Δάκρυ, δάκρυα από το δάκνω, δάκνυον, δάκρυον όπου η ψυχή δαγκώνεται και εξέρχεται δάκρυ. Τα δάκρυα λέγονται και λίβοι από το λείβω = στάζω.
Ελπίς είναι η προσδοκία. Έλπομαι = προσδοκώ.
Αγαθός είναι ο άγαν θείος, ο άγαν θεών, ο προσομοιάζων στο θεό που στον ουρανό θέει…
Ευσχήμων είναι ο καλοσχηματισμένος. Άλλο σχήμα, άλλο μορφή.
Στέφανος ή στέμμα, είναι από το σκέπτω, σκέπανος, σκέφανος, στέφανος.
Ιμάτιον είναι ένδυμα ριχτό από το ρήμα ίημι = ρίπτω. Ένδυμα είναι το ρούχο στο οποίο βυθίζομαι από το εν-δύω = βυθίζω. Βυθίζομαι εντός, μπαίνω στο ρούχο.
Από αυτό βγαίνει το ρήμα κεύθω = καλύπτω, σκεπάζω και παράγεται η λέξη κιθών και με μετατροπή από τη Δωρική στην Ιωνική διάλεκτο του κ σε χ βγαίνει ο χιτών = κιθών που ντύνεται κατάσαρκα, υπό το ιμάτιον και σκεπάζει το σώμα.
Ζωή είναι η ιδιότης του ζωντανού οργανισμού, από το ρήμα ζέω = είμαι ζεστός, θερμός, βράζω. Η θερμότης χαρακτηρίζει το ζωντανό, η ψυχρότης το πάγωμα, τον αποθανόντα.
Βίος, είναι η διάρκεια της ζωής από το ις = δύναμη, από τη δύναμη του πόση διάρκεια θα κρατήσεις ζωντανό τον εαυτό σου
Θάνατος, από το τείνω, τανύω, τάνατος, θάνατος. Ο τείνων τα σώματα τη ψύξει. Τα «τέντωσε»…. Λατινικά = τέζα.
Άδης = θάνατος εκ του Αιδός του βασιλιά του Κάτω Κόσμου. Βγαίνει από το Α και το ρήμα ιδείν. Εκεί όπου λόγω του σκότους δεν μπορεί κανείς να ιδεί τίποτα ούτε κανένα.
Νεκρός, βγαίνει από το νη + κήρ = καρδιά, νεκηρός, νεκρός. Αυτός που δεν έχει ψυχή και καρδιά.
Ο νεκρός είναι και θεών σύνναιος = συγκάτοικος.
Το πτώμα είναι αυτό που πίπτει, το πεπτωκός και χρήζει κήδους, κηδείας = φροντίδας.
Αγαθός = θεός, καλός. Αγνός = άγιος εις τον νου.
Αθάνατος = ως θεός, αιώνιος.
Βασιλεύς είναι αυτός που είναι βάσις του λαού και τους φροντίζει.
Νόμος, από το νέμω, διανέμω, από του νέμειν τα ίσα πάσιν. Από το νέμω και η Νέμεσις, η τιμωρός μεγάλων εγκλημάτων, η ύβρις = από το υπέρ, υπέρβασις μέτρου, οι θεσμοί = νόμοι από θεούς και η θέμις η δικαιοσύνη προσωποποιημένη.
Δίκη, βγαίνει από το ρήμα Δείκνυμι που υποδεικνύει το ορθόν, το σωστόν, τη δικαιοσύνη δηλαδή την άκρα αρετή τη διανεμητική κατ’ αξίαν.
Δικαστής ο κατά νόμο κριτής εκ του κρίνω = διαλέγω, ξεχωρίζω. Από το κράς = κεφαλή και κρίνω.
Θρησκεία εκ του θρώσκω = σκιρτώ, ορμώ με επιμέλεια περί το θείον.


Ένα από τα πολλά που απασχολούν το σύγχρονο άνθρωπο είναι και το πρόβλημα του θανάτου, λέξις που θα ακουστεί πολλές φορές στις εκκλησίες. Για το μυστήριο του θανάτου έγραψε ο Ν. Βασιλειάδης με αυτόν τον τίτλο: Θάνατος: Πρόβλημα συγκλονιστικόν. Από εκεί είναι οι παρακάτω σκέψεις:

 

Θάνατος: Πρόβλημα συγκλονιστικόν
Δύο είναι τα βαθύτερα, συγκλονιστικώτερα και περισσότερον μυστηριώδη γεγονότα του ανθρωπίνου βίου. Η γέννησις και ο θάνατος. Εν τούτοις ο θάνατος μας δημιουργεί δυνατώτερον συγκλονισμόν και βαθύτερα προβλήματα. Διότι τον συναντώμεν εις κάθε βήμα της ζωής μας. Είναι παρών τόσον, όσον παρούσα είναι και η ζωή! Είναι η σκιά καθενός γηίνου όντος, το αναγκαίον και αναπόφευκτον τέλος του. Εφ’ όσον εγεννήθημεν, δεν είναι δυνατόν παρά να αποθάνωμεν.
Εν τούτοις ο θάνατος απασχολεί μόνον τον άνθρωπον. Το ζώον περνά τις ημέρες του χωρίς καν να υποψιάζεται τον θάνατόν του. Δι’ αυτό δεν ασχολείται με τίποτε άλλο παρά με την ανάγκην της στιγμής. Ούτε διερωτάται διατί υπάρχει ο κόσμος, ούτε απορεί διατί ο κόσμος υπάρχει όπως υπάρχει ή τι γίνεται με τα δημιουργήματα, που εξαφανίζονται από την ζωήν. Με τον άνθρωπον όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αυτός, χάρις εις το λογικόν με το οποίον τον επροίκισεν ο Θεός, είναι ο μόνος που έχει ζωηράν συνείδησιν του φαινομένου της φθοράς του. Ο μόνος που γνωρίζει τον θάνατόν του. Ο Πασκάλ παρομοιάζει τον άνθρωπον με καλάμι εύθραστον, αλλά σκεπτόμενον και συμπληρώνει: «Όταν όμως το σύμπαν θα έσπαζε τον άνθρωπον, ο άνθρωπος θα ήταν περισσότερον ευγενής από το σύμπαν, που τον θανατώνει, διότι γνωρίζει ότι αποθνήσκει (…). Το σύμπαν δεν γνωρίζει τίποτε δι’ αυτό». Ώστε ο άνθρωπος είναι το μόνον δημιούργημα επάνω εις την γην, το οποίον έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει και την ικανότητα να φιλοσοφή γύρω από το φαινόμενον τούτο της ζωής. Δια τον άνθρωπον ο θάνατος γίνεται το πλέον ατομικόν και το κατ’ εξοχήν προσωπικόν και υπαρξιακόν γεγονός. Καθώς μάλιστα διαισθάνεται ότι αργά ή γρήγορα θα συναντηθή με τον θάνατον, το γεγονός τούτο καταντά το βαρύτερον και οδυνηρότερον φαινόμενον της ζωής του.

Αλλά το δράμα και η οδύνη μας απέναντι του θανάτου αυξάνουν ακόμη περισσότερον, εάν λάβωμεν υπ’ όψιν ότι το γεγονός αυτό δεν θέλομεν να το παραδεχθώμεν! Δεν θέλομεν να συμβιβασθώμεν με τον θάνατον! Δι’ αυτό κάμνομεν το παν να τον απομακρύνωμεν όσον το δυνατόν περισσότερον, ενώ άλλοι προσπαθούν να… μην τον σκέπτωνται! Εν τούτοις κατανοούμεν ότι, όσα και αν επιτύχωμεν, δεν ημπορούμεν να αναβάλλωμεν επ’ άπειρον το εξιτήριόν μας από το κρατητήριον της επιγείου ζωής μας. Όταν ο σουρρεαλιστής Ισπανός ζωγράφος Πάμπλο Πικάσσο, επάτησε την τελευταίαν δεκαετίαν του αιώνος της ζωής του, τα έβαλε με την επιστήμην, επειδή αυτή δεν κατώρθωσε να παρατείνη τον βίον του ανθρώπου… μέχρι τα 150 έτη! Αλλά και αν η επιστήμη το είχε κατορθώσει, πάλιν ο παράξενος Ισπανός θα παρεπονείτο, διότι δεν παρετείνετο η ζωή μέχρι τα 200! Αλλά και αν ακόμη επιτύχωμεν δια της επιστήμης να «παρατείνουμε την ζωή μας δυο ή τρεις αιώνες, ο θάνατος δεν θα νικηθή, γιατί η διάρθρωση του σώματος τον κάνει αναγκαίο». Επομένως κανείς δεν ημπορεί να αντιστρέψη την πορείαν της ζωής μας προς τον τάφον, παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειες της Γεροντολογίας, του νέου αυτού κλάδου της Ιατρικής, ο οποίος αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια. Και αρχίζουν οι γεροντολόγοι ιατροί να συνιστούν ορμόνες και βιταμίνες, να καθορίζουν δίαταν κ.τ.ό. Και ο πολιτισμός μας, ένας πολιτισμός «που αρνιέται τον θάνατον» κάμνει πλέον σκοπόν τα σύγχρονα αυτά ελιξήρια. Ο Δάντης εις την «Θείαν Κωμωδίαν» του, εις την αρχήν του τμήματος της καθόδου εις τον Άδην με οδηγόν τον Βιργίλιον, εθεωρούσε τα τριάντα πέντε χρόνια ως τον μισόν δρόμον της ζωής. Οι σύγχρονοί μας προσβλέπουν από τα τριανταπέντε ή τα σαράντα χρόνια της ηλικίας ων εις την φιλοσοφικήν λίθον της… Γεροντολογίας, διά να γίνουν αιωνόβιοι!

Αλλά πού και πώς να φύγη ή να κρυφθή κανείς από τον θάνατον, τον «έσχατον εχθρόν» (Α’ Κορ. ιε’ 26), ο οποίος μας απειλεί με ποικίλες μορφές, μας καταδιώκει με τον φυσικόν μαρασμόν και έχει την ικανότητα να αναπηδά απρόσκλητος ενώπιόν μας, να κόπτη το νήμα της ζωής μας με το φοβερόν του δρεπάνι, να κεταβάζη την αυλαίαν της ζωής μας και να μας οδηγή μακρυά από το θέατρον της γης; Δι’ όλους αυτούς τους λόγους, χωρίς να παύσωμεν να ασχολούμεθα με την καταπολέμησιν της φθοράς, είναι φρονιμώτερον να προσπαθήσωμεν να μελετήσωμεν, να ερμηνεύσωμεν και να κατανοήσωμεν τον θάνατον. Άλλωστε τι ωφελεί να τον περιμένωμεν με αγωνίαν και τρόμον; Όταν έρχεται αιφνίδιος, ή ύστερα από επανειλημμένες προειδοποιήσεις, διατί να τον αντικρύζωμεν με απελπισίαν και φόβον; Εφ’ όσον αδυνατούμεν να ανακαλύψωμεν το αλεξιθάνατον φάρμακον, δεν είναι φρονιμώτερον και χρησιμότερον να συμφιλιωθώμεν με τον θάνατον;

Ασφαλώς! Τοσούτω μάλλον, καθ’ όσον το μέγα τούτο γεγονός θέτει ενώπιόν μας τα πλέον σοβαρά προβλήματα. Όταν εξετάσωμεν την ζωήν μας κάτω από το πρίσμα του θανάτου, διαπιστώνομεν ότι η αποστολή μας αποκτά τεράστιες διαστάσεις. Διαστάσεις οι οποίες εγγίζουν την αιωνιότητα. Κάτω από το πρίσμα του θανάτου πολλά και βασανιστικά προβλήματα της ζωής αποκτούν ιδιαίτερον βάθος. Ο θάνατος μας φέρνει πχ αντιμετώπους προς την τραγικότητα και την διάρκειαν των ετών της ζωής μας. Μας υποχρεώνει, είτε το θέλομεν είτε όχι, να συναισθανθώμεν την μηδαμινότητα της παρούσης ζωής. Να συνειδητοποιήσωμεν ότι είμεθα μικρή και ασήμαντη διάρκεια μέσα εις τον απέραντον ωκεανόν της αιωνιότητος. Ο θάνατος, «ο ακολάκευτος αυτός δήμιος», όπως τον ονομάζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας προκαλεί συνεχώς να ενθυμούμεθα ότι η παρούσα ζωή, όσον μακρά και αν είναι, είναι εφήμερος, προσωρινή, παροδική, φευγαλέα. Και παρά τις αντιδράσεις μας απέναντί του μας καλεί να συζητήσωμεν μαζί του! Ή να διαλεχθώμεν με τον ευατόν μας και να τον ερωτήσωμεν: Διατί ο άνθρωπος «ως θύελλα επαίρεται, και ως κόνις εδαφίζεται; ως φλοξ αναρριπίζεται, και ως καπνός διαλύεται; ως άνθος ωραΐζεται και ως χόρτος ξεραίνεται;». Δηλαδή. Διατί ο άνθρωπος αλαζονεύεται ως θύελλα και κατόπιν πίπτει κατά γής ως σκόνη; διατί αναφλογίζεται, ζωηρεύει και ανερεθίζεται και ύστερα διαλύεται ως καπνός; διατί στολίζεται, καλλωπίζεται και καμαρώνει ως άνθος και εις το τέλος ξηραίνεται όπως το χορτάρι;
Ακόμη ο θάνατος, ο «απροσωπόληπτος αυτός εκβιαστής του γένους» μας, όπως τον ονομάζει ο Θείος Χρυσόστομος, θέτει επί τάπητος, και μάλιστα με απαιτήσεις αμέσου απαντήσεως, το πρόβλημα της υπάρξεως του Θεού και του προορισμού μας. Ζητεί να λύσωμεν τα αινίγματα: Πού πηγαίνομεν μετά θάνατον; Ποίος κόσμος ή ποίου είδους ζωή μας περιμένει, μόλις μας καλύψη η πλάκα του τάφου; Με μιαν φράσιν: Ο θάνατος θέτει ενώπιόν μας προβλήματα υψίστης και ζωτικοτάτης σημασίας. Μας προβληματίζει ασυγκρίτως περισσότερον από την ζωήν. Διότι την ζωήν δυνάμεθα, περίπου, να την ερευνήσωμεν, ενώ ο θάνατος καλύπτεται από το αδιαπέραστον σκοτάδι του μυστηρίου. Θα ημπορούσε να λεχθή ότι «υπάρχει μια παράξενη συνωμοσία σιωπής γύρω από το βίαιο γεγονός του θανάτου. Το λείψανο το «φτιασιδώνουνε για να σκεπάσουν τη νέκρα του»!...
Από τις επόψεως αυτής η ζωή χωρίς τον θάνατον είναι πτωχή, πτωχοτάτη. Χωρίς τον προβληματισμόν του θανάτου η ζωή μας καταντά όπως η ζωή των ζώων ή των φυτών, τα οποία αγνοούν ότι θα αποθάνουν. Ενώ ο θάνατος, ο αχώριστος συνοδοιπόρος μας, εμπλουτίζει την ζωήν του λογικού ανθρώπου με την προσδοκίαν της αιωνιότητος και με το αίσθημα του χρέους και της ευθύνης. Διότι χωρίς την αίσθησιν της αιωνιότητος δε θα εγεννάτο εις τα βάθη της ψυχής μας το αίσθημα του χρέους απέναντι του Θεού και το αίσθημα της ευθύνης απέναντι του συνανθρώπου μας.

Δι’ όλους αυτούς τους λόγους ο άνθρωπος κάθε εποχής και κάθε φυλής απησχολήθη εντόνως με τον θάνατον και ανεζήτησε με αγωνίαν το νόημά του, δια να ειρηνεύση την ταραγμένην ζωήν του. Είναι δε τόση η σπουδαιότης του προβλήματος του θανάτου δια τον άνθρωπον, ώστε δεν υπάρχει θρησκεία, από την πλέον πρωτόγονον μέχρι τον Χριστιανισμόν, ο οποίος είναι η τελειοτάτη των θρησκειών, η οποία να μη απέδωσε σπουδαιότητα και σημασίαν εις τον θάνατον. Θα ημπορούσε μάλιστα κανείς να κάμη ένα κατάλογον των θρησκειών της ανθρωπότητος και να καθορίζη την θέσιν κάθε μιας αναλόγως της σπουδαιόττηος, την οποία αυτή αποδίδει εις το πρόβλημα του θανάτου.


Ε.Σ.