Για τη Βιολάντα, τη Ρουμανία και τον δημόσιο λόγο γύρω από τα ατυχήματα και την απώλεια
Κάποτε, τα θανατηφόρα ατυχήματα δεν ήταν απλώς γεγονότα. Ήταν ρήγματα που σταματούσαν τον χρόνο και υποχρέωναν την οικογένεια και κοινότητα να αλλάξουν ρυθμό: να μιλήσουν και να σωπάσουν με άλλο τρόπο. Ο λόγος που τα συνόδευε είχε λειτουργία· παρηγορούσε τους οικείους, κρατούσε ζωντανή τη μνήμη, λειτουργούσε ως προειδοποίηση. Δεν θεράπευε την απώλεια, αλλά την ενέτασσε σε ένα κοινό νόημα. Και αυτό, συχνά, απέδιδε.
Σήμερα, αυτή η λειτουργία έχει σχεδόν χαθεί. Όχι επειδή λείπει η συγκίνηση, αλλά επειδή ο θάνατος έχει ενταχθεί στον χρόνο της προβολής. Δεν προλαβαίνει να γίνει μνήμη· γίνεται περιεχόμενο. Τίτλοι, εικόνες, «εξελίξεις». Το πένθος δεν απλώνεται, συμπιέζεται στη λειτουργία της οθόνης και στ θέση του εμφανίζεται η άμεση αντίδραση. Έτσι, κάθε τραγωδία γεννά έναν διάλογο που μοιάζει αυτονόητος. Όλοι καλούνται να τοποθετηθούν, να εκφράσουν αγανάκτηση, να δηλώσουν ευαισθησία. Η σιωπή μοιάζει ύποπτη. Ο λόγος πολλαπλασιάζεται, αλλά δεν βαθαίνει. Δεν χτίζει μνήμη· χτίζει παρουσία.
Τα μέσα ενημέρωσης —ανεξαρτήτως κύρους— και τα κοινωνικά δίκτυα συναντιούνται εδώ σε ένα κοινό αποτέλεσμα: η τραγωδία γίνεται σκηνή. Όχι απαραίτητα από κυνισμό, αλλά από συνήθεια. Ο λόγος κυλά, ανανεώνεται, αντικαθίσταται. Και μέσα σε αυτή τη ροή, κάτι μετατοπίζεται ανεπαίσθητα: ο θάνατος παύει να είναι το κέντρο και γίνεται αφορμή. Υπάρχει μια στιγμή που συμπυκνώνει αυτή τη μετατόπιση. Όχι τη στιγμή του ατυχήματος, αλλά την επόμενη. Ένα κινητό τηλέφωνο που σηκώνεται λίγο πιο ψηλά για καλύτερο πλάνο. Ένα σχόλιο που γράφεται βιαστικά, πριν ακόμη ειπωθούν όλα. Ένα «πρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτό» που προηγείται του «πρέπει να σταθούμε». Εκεί, χωρίς θόρυβο, η τραγωδία έχει ήδη αρχίσει να απομακρύνεται από όσους αφορά περισσότερο.
Ο διδακτικός χαρακτήρας του θανάτου χάνεται έτσι όχι από έλλειψη λέξεων, αλλά από περίσσειά τους. Ο λόγος συχνά δεν στρέφεται προς το μέλλον —προς το τι αλλάζει— αλλά προς τον ίδιο τον ομιλητή. Η αγανάκτηση καθρεφτίζεται, η ευαισθησία επιβεβαιώνεται, η θέση καταγράφεται. Κι όμως, τίποτα δεν κατακάθεται. Όταν όλοι μιλούν, κανείς δεν ακούει πραγματικά αυτό που χάθηκε.
Στη Βιολάντα και στη Ρουμανία χάθηκαν νέοι άνθρωποι. Γυναίκες. Ζωές που, σε άλλες εποχές, θα είχαν γίνει ιστορίες που θα λέγονταν ξανά και ξανά, μνήμες που θα προστάτευαν, παραδείγματα που θα λειτουργούσαν αποτρεπτικά. Σήμερα έγιναν γεγονότα που κύλησαν γρήγορα, αφορμές λόγου που εξαντλήθηκε πριν γίνει ευθύνη.
Ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό: όχι ότι μιλάμε πολύ, αλλά ότι μιλάμε χωρίς να αλλάζουμε στάση. Ο λόγος δεν μας μετακινεί· μας επιβεβαιώνει. Κι έτσι, ο θάνατος, αντί να μας διδάξει, απομακρύνεται ήσυχα — αφήνοντάς μας με τον ήχο της φωνής μας και μια μνήμη που δεν πρόλαβε να σχηματιστεί.
Εικονογράφιση: Αl
