Οποιαδήποτε οριζόντια και γενικευμένη περικοπή του τραπεζικού χρέους του ιδιωτικού τομέα (δηλαδή των τραπεζικών δανείων σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις), ακόμα και σε περιόδους οικονομικής κρίσης, οδηγεί σε ανακατανομή του εισοδήματος εις βάρος εκείνων που δεν έχουν δανειστεί ή αποπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους κανονικά, νοθεύει τον υγιή ανταγωνισμό και υπονομεύει τα συναλλακτικά ήθη, υποστηρίζει ο γενικός γραμματέας της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών (ΕΕΤ) Χρήστος Γκόρτσος (στη φωτογραφία).
Ο κ. Γκόρτσος με την θέση αυτή τάχθηκε ενάντια στην πρόταση νόμου «για την οικονομική ανακούφιση των υπερχρεωμένων νοικοκυριών» του ΣΥΡΙΖΑ, στη διαβούλευση που έγινε στη Βουλή. Οπως σημειώνει, το βάρος αυτής της πολιτικής θα το επωμιστούν εκ νέου, υπό τις τρέχουσες συνθήκες, οι συνεπείς Ελληνες φορολογούμενοι.
Ο κ. Γκόρτσος επισήμανε ότι τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν με δική τους πρωτοβουλία επωμιστεί μέχρι σήμερα τεράστιο μέρος του πραγματικού αυτού προβλήματος των υπερχρεωμένων νοικοκυριών με συγκεκριμένες ενέργειες ρύθμισης χρεών, οι οποίες έως τις 31.12.2011 ξεπερνούσαν τα 29 δισ. ευρώ, σε σύνολο 690.000 ρυθμισμένων δανείων. Τόσο τα ποσά όσο και ο αριθμός των ρυθμισμένων δανείων έχουν ήδη αυξηθεί σημαντικά περαιτέρω κατά τη διάρκεια του 2012.
Επίσης ο κ. Γκόρτσος τόνισε πως, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια προσδιορισμού του πεδίου εφαρμογής της πρότασης νόμου, προκύπτει ότι η χρηματοοικονομική επίπτωση των διατάξεων της πρότασης νόμου θα ανέλθει σε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ για τα πιστωτικά ιδρύματα, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμα και σε διπλασιασμό των κεφαλαιακών αναγκών των πιστωτικών ιδρυμάτων, που ανέρχονται στο ποσό των 50 δισ. ευρώ με τα οποία έχει προικοδοτηθεί το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ).