shutterstock_2745281183.jpg

Του Λάμπρου Καραγεώργου 

Μια νέα αγορά επενδυτικών κεφαλαίων, που σε ορίζοντα δεκατριών ετών μπορεί να ξεπεράσει τα 6,5 δισ. ευρώ, δημιουργεί ο «επενδυτικός λογαριασμός νέας γενιάς» που σχεδιάζει η κυβέρνηση. Πίσω από τη διάσταση της ενίσχυσης των παιδιών και της καλλιέργειας αποταμιευτικής κουλτούρας, το μέτρο ανοίγει ταυτόχρονα ένα σημαντικό πεδίο δραστηριότητας για τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, εταιρείες αμοιβαίων κεφαλαίων και επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.

Ο λογαριασμός θα στηρίζεται στην αρχή της ισόποσης συμμετοχής: Για κάθε ποσό που καταθέτει ο γονέας, το κράτος θα βάζει αντίστοιχο ποσό, έως 1.200 ευρώ ετησίως. Το όριο αυτό θα αυξάνεται κατά 10% ανά πενταετία, στα 1.320 ευρώ από το 2032 και στα 1.452 ευρώ από το 2037.

Με βάση το non paper του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, υπολογίζεται ότι θα συμμετέχει περίπου το ένα τρίτο των βρεφών που γεννιούνται κάθε χρόνο, δηλαδή περίπου 23.000 παιδιά, ενώ κατά το πρώτο έτος εφαρμογής υπολογίζονται περίπου 56.000 βρέφη. Το δημοσιονομικό κόστος εκτιμάται σε 55 εκατ. ευρώ τον πρώτο χρόνο, αυξανόμενο κατά περίπου 27 εκατ. ευρώ ετησίως, για να προσεγγίσει το μισό δισ. ευρώ έως το 2040.

Η αγορά των 6,5 δισ. ευρώ

Η αριθμητική δείχνει το μέγεθος της αγοράς που μπορεί να δημιουργηθεί. Εάν κάθε νέα γενιά περίπου 23.000 παιδιών συνεπάγεται 27,6 εκατ. ευρώ νέας ετήσιας κρατικής συμμετοχής –23.000 επί 1.200 ευρώ–μ τότε, με μια απλή γραμμική προσέγγιση, το Δημόσιο θα έχει καταβάλει σωρευτικά έως το 2040 περίπου 3,28 δισ. ευρώ.

Εφόσον οι γονείς βάζουν άλλα τόσα, το κεφάλαιο που θα έχει εισρεύσει στους λογαριασμούς προσεγγίζει τα 6,57 δισ. ευρώ.

Και πρόκειται μάλλον για συντηρητικό υπολογισμό. Δεν περιλαμβάνει ούτε τις επενδυτικές αποδόσεις των χρημάτων ούτε την προγραμματισμένη αύξηση του ανώτατου ποσού κατά 10% ανά πενταετία. Επίσης, μέχρι το 2040 οι πρώτες γενιές που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα δεν θα έχουν ακόμη συμπληρώσει τα 18 χρόνια, άρα, πλην των ειδικών εξαιρέσεων, τα κεφάλαια θα παραμένουν μέσα στο σύστημα.

Πρόκειται, συνεπώς, για ένα δυνητικά μεγάλο «πορτοφόλι» υπό διαχείριση. Και εδώ βρίσκεται η δεύτερη, λιγότερο προβεβλημένη, διάσταση του μέτρου.

Τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και ΕΠΕΥ θα μπορούν να δημιουργήσουν προϊόντα ειδικά για τον νέο λογαριασμό, αφού προηγουμένως λάβουν ειδική έγκριση και ενταχθούν στο σχετικό μητρώο. Κάθε φορέας θα υποχρεούται να διαθέτει τουλάχιστον ένα προϊόν εγγυημένου κεφαλαίου, ενώ παράλληλα θα υπάρχουν επιλογές διαφορετικού επενδυτικού κινδύνου.

Για τους παρόχους το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στο ύψος των κεφαλαίων, αλλά και στη διάρκειά τους. Πρόκειται για χρήματα που, κατά κανόνα, θα παραμένουν τοποθετημένα για πολλά χρόνια, δημιουργώντας μακροχρόνια σχέση με την οικογένεια και δυνητικά με τον ίδιο τον νέο πελάτη όταν ενηλικιωθεί.

Ο γονέας θα μπορεί μάλιστα να καταβάλλει έως 10.000 ευρώ ετησίως, παρότι η κρατική συμμετοχή θα αντιστοιχεί μόνο στο ποσό μέχρι το εκάστοτε ανώτατο όριο. Έτσι, πέρα από το βασικό σχήμα των περίπου 100 ευρώ τον μήνα, ανοίγει χώρος και για μεγαλύτερες ιδιωτικές αποταμιεύσεις.

Από τις 49.304 στις 77.062 ευρώ

Τα πρώτα προϊόντα επιδιώκεται να είναι διαθέσιμα από τις αρχές του 2027. Ο λογαριασμός θα μπορεί να ανοίγει μέσα στα δύο πρώτα χρόνια από τη γέννηση του παιδιού και θα παραμένει ουσιαστικά «κλειδωμένος» έως την ενηλικίωσή του, με εξαιρέσεις για συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως σοβαρό πρόβλημα υγείας. Τα εισοδήματα από τον λογαριασμό θα απαλλάσσονται από φόρο τόκων, υπεραξίας και μερισμάτων.

Η κυβέρνηση δίνει ιδιαίτερο βάρος στη μακροχρόνια συσσώρευση κεφαλαίου. Στο παράδειγμα του υπουργείου, για παιδί που γεννήθηκε το 2026, γονέας και κράτος θα έχουν καταβάλει συνολικά σε 18 χρόνια 49.304 ευρώ, από τα οποία τις 24.652 ευρώ ο καθένας.

Με μέση ετήσια απόδοση 3%, το ποσό εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει τις 64.109 ευρώ, ενώ με απόδοση 5% τις 77.062 ευρώ.

Οι αριθμοί, βέβαια, είναι προβολές και όχι εγγυημένες αποδόσεις. Και αυτή είναι μια κρίσιμη διάκριση όταν μιλάμε για επενδυτικά προϊόντα με χρονικό ορίζοντα σχεδόν δύο δεκαετιών.

Τα κεφάλαια δεν θα μένουν αδρανή. Θα επενδύονται σε αμοιβαία κεφάλαια, μετοχές, εταιρικά ομόλογα που διαπραγματεύονται σε οργανωμένες αγορές ή κρατικά ομόλογα, με τις επενδύσεις να περιορίζονται σε Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση. Προβλέπονται επίσης κοινό υπόδειγμα ενημέρωσης, ενιαίος συνολικός δείκτης κόστους –Total Expense Ratio– και δωρεάν μεταφορά σε άλλο εγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν.

Η τελευταία δυνατότητα δημιουργεί και συνθήκες έντονου ανταγωνισμού. Τράπεζες, ασφαλιστικές και επενδυτικές εταιρείες δεν θα ανταγωνίζονται μόνο στις αποδόσεις, αλλά και στις χρεώσεις, στην ποιότητα διαχείρισης και στην απλότητα των προϊόντων. Σε μια αγορά που θα μεγαλώνει κάθε χρόνο με νέες εισροές, ακόμη και μικρές διαφορές στα μερίδια μπορεί να μεταφράζονται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ υπό διαχείριση.

Η ευκαιρία για τις ασφαλιστικές

Το μέτρο ενδιαφέρει ιδιαίτερα την ασφαλιστική αγορά. Οι ασφαλιστικές διαθέτουν πολυετή τεχνογνωσία στα αποταμιευτικά και επενδυτικά προϊόντα, αλλά τα τελευταία χρόνια η παραγωγή έχει στραφεί σε μεγάλο βαθμό στα Unit Linked, όπου ο επενδυτικός κίνδυνος βαρύνει τον πελάτη.

Αντίθετα, τα προϊόντα εγγυημένης απόδοσης έχουν περιοριστεί αισθητά. Όπως επισημαίνεται από στελέχη της αγοράς, στο πλαίσιο του Solvency II, όταν ο πελάτης επιλέγει Unit Linked, αναλαμβάνει τον κίνδυνο των επενδυτικών επιλογών του, ενώ σε ένα προϊόν συμφωνημένης απόδοσης η ευθύνη για την επίτευξή της βρίσκεται στην ασφαλιστική εταιρεία.

Ο νέος «κουμπαράς» μπορεί συνεπώς να λειτουργήσει και ως αφορμή επαναφοράς προϊόντων που είχαν ισχυρή παρουσία στο παρελθόν: ασφαλίσεις επιβίωσης με επιστροφή ασφαλίστρων, «παιδικά» προγράμματα και μακροχρόνια αποταμιευτικά συμβόλαια. Το ερώτημα είναι εάν οι εταιρείες θα κινηθούν κυρίως μέσω Unit Linked ή αν θα αξιοποιήσουν και το προϊόν εγγυημένου κεφαλαίου για να ξαναχτίσουν μια αγορά που τα τελευταία χρόνια έχει υποχωρήσει.

Υπάρχει άλλωστε και μια ιστορική ειρωνεία. Η μακροχρόνια αποταμίευση για παιδιά ή για τη σύνταξη κάθε άλλο παρά καινούργια ιδέα είναι για την ελληνική ασφαλιστική αγορά. Τα «παιδικά» προγράμματα, οι ασφαλίσεις επιβίωσης και τα συνταξιοδοτικά συμβόλαια είχαν επί δεκαετίες σημαντική παρουσία, πριν το κέντρο βάρους μετακινηθεί στα προϊόντα κυμαινόμενης απόδοσης.

Η μεγάλη διαφορά σήμερα είναι ότι στον νέο μηχανισμό ο ισχυρότερος «συμπαίκτης» είναι το ίδιο το Δημόσιο. Η ισόποση κρατική συμμετοχή μετατρέπει κάθε 100 ευρώ που βάζει ο γονέας σε 200 ευρώ προς επένδυση, έως το προβλεπόμενο όριο. Αυτό είναι και το ισχυρότερο κίνητρο του προγράμματος.

Για την κυβέρνηση, το όφελος δεν περιορίζεται στις οικογένειες. Τα χρήματα μπορούν να κατευθυνθούν και προς τη χρηματοδότηση ελληνικών επιχειρήσεων μέσω μετοχών και εταιρικών ομολόγων, ενώ το μέτρο εντάσσεται στην ευρωπαϊκή στρατηγική για τη Savings and Investments Union.

Για τους παρόχους, από την άλλη πλευρά, δημιουργείται μια σταθερή και μακροχρόνια ροή κεφαλαίων.

Το κρίσιμο θα είναι οι όροι: οι προμήθειες, το συνολικό κόστος, ο επενδυτικός κίνδυνος, η ποιότητα των επιλογών και κυρίως η σαφής ενημέρωση των γονέων. Γιατί η δημιουργία μιας αγοράς 6,5 δισ. ευρώ ή και μεγαλύτερης είναι σημαντική. Ακόμη σημαντικότερο είναι, όταν έρθει η ώρα να ανοίξει ο κουμπαράς, τα χρήματα να είναι πράγματι εκεί για τα παιδιά.

Διαβάστε παρακάτω το άρθρο από την εφημερίδα Nextdeal (Τεύχος 587) και σε ηλεκτρονική μορφή (πατήστε κάτω δεξιά Fullscreen για μεγέθυνση)

Social Embed