ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦAΛΙΣΗ

Ο «Κουμπαράς», οι τράπεζες και οι ασφαλιστικές εταιρείες

shutterstock_2780527827.jpg

Του απεσταλμένου μας στο Monte Carlo, Κωστή Σπύρου


Η ιδέα ενός «Κουμπαρά για τη Νέα Γενιά», στον οποίο το κράτος θα καταθέτει για κάθε ευρώ που αποταμιεύει ο γονιός ένα αντίστοιχο ποσό έως τα 1.200 ευρώ ετησίως, που ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός από το βήμα της ΔΕΘ, ακούγεται εκ πρώτης όψεως ελκυστική. Ενθαρρύνει τη μακροχρόνια αποταμίευση, δημιουργεί ένα κεφάλαιο εκκίνησης για το παιδί και εισάγει μια λογική συμμετοχής του Δημοσίου στην προσπάθεια της οικογένειας. Όμως, πίσω από το εύηχο «100 ευρώ ο γονιός, 100 ευρώ η πολιτεία» κρύβονται αρκετά ερωτήματα που ελπίζουμε να απαντηθούν σήμερα από την συνέντευξη τύπου του οικονομικού επιτελείου.

Ειδικότερα σύμφωνα με τις εξαγγελίες, οι συνολικές καταβολές γονέα και κράτους φτάνουν τα 43.200 ευρώ, αν επενδυονται 2.400 κάθε χρόνο. (1.200 η οικογένεια, 1.200 η πολιτεία). Για να ξεπεραστούν τα 60.000 ευρώ που εξήγγειλε ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, απαιτείται μια μέση ετήσια απόδοση της τάξης του 3,5%-3,7% σε βάθος 18ετίας. Αυτό δεν είναι αυτονόητο για έναν απλό καταθετικό λογαριασμό. Επομένως, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει αν μιλά για κατάθεση ή για επενδυτικό προϊόν και ποιος αναλαμβάνει τον επενδυτικό κίνδυνο.

Ακριβώς εδώ προκύπτει και ένα δεύτερο ερώτημα. Γιατί η σχετική συζήτηση φαίνεται να περιορίζεται στις τράπεζες; Οι ασφαλιστικές εταιρείες διαθέτουν δεκαετίες εμπειρίας σε μακροχρόνια αποταμιευτικά και επενδυτικά προγράμματα, ασφαλιστικά προϊόντα ζωής και unit-linked, τα οποία είναι σχεδιασμένα ακριβώς με ορίζοντα 15 ή 20 ετών. Εάν ο στόχος είναι πραγματικά η δημιουργία μιας νέας κουλτούρας μακροχρόνιας αποταμίευσης, είναι δύσκολο να κατανοηθεί γιατί ένα τέτοιο πρόγραμμα θα πρέπει να περιοριστεί σε έναν μόνο χρηματοπιστωτικό κλάδο. Το ζητούμενο θα έπρεπε να είναι ένα διαφανές και αυστηρά εποπτευόμενο πλαίσιο, στο οποίο τράπεζες και ασφαλιστικές θα μπορούν να προσφέρουν ανταγωνιστικά προϊόντα με ξεκάθαρες χρεώσεις, αποδόσεις και εγγυήσεις.

Βέβαια ένα άλλο ερώτημα είναι περισσότερο πολιτικό και κοινωνικό. Η λογική του matching —όσα βάζει ο γονιός, τόσα βάζει και το κράτος— σημαίνει ότι το μεγαλύτερο όφελος πηγαίνει σε εκείνον που έχει ήδη τη μεγαλύτερη δυνατότητα αποταμίευσης.

Για μια οικογένεια με επαρκές διαθέσιμο εισόδημα, τα 100 ευρώ τον μήνα μπορεί να αποτελούν μια απολύτως διαχειρίσιμη δαπάνη. Για ένα νοικοκυριό που ζει με έναν χαμηλό μισθό, πληρώνει ενοίκιο, λογαριασμούς, τρόφιμα και έξοδα ανατροφής ενός παιδιού, τα ίδια 100 ευρώ μπορεί να είναι απλώς αδύνατο να βρεθούν. Και για δύο παιδιά, η απαιτούμενη αποταμίευση ανεβαίνει στα 200 ευρώ τον μήνα.

Γι’ αυτό και το παράδειγμα των 100 ευρώ είναι μάλλον εξωπραγματικό για ένα σημαντικό μέρος των χαμηλόμισθων εργαζομένων, που ο ίδιος ο πρωθυπουργός τους υπολόγισε σε 2,5 εκατ. όταν αναφερόταν στον κατώτατο μισθό.

Έτσι δημιουργείται το παράδοξο ένα κοινωνικό μέτρο για τα παιδιά να κινδυνεύει να λειτουργήσει τελικά πιο γενναιόδωρα για τις οικογένειες που έχουν ήδη μεγαλύτερη οικονομική άνεση. Όποιος μπορεί να βάζει 1.200 ευρώ τον χρόνο θα παίρνει ολόκληρα τα 1.200 ευρώ του κράτους. Όποιος μπορεί να βάζει μόλις 20 ευρώ τον μήνα θα λαμβάνει μόλις 20. Και όποιος δεν μπορεί να αποταμιεύσει τίποτα, θα μένει χωρίς ουσιαστική ενίσχυση.

Αν ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά» θέλει πράγματι να αποκτήσει κοινωνικό πρόσημο, χρειάζεται πιο προοδευτική αρχιτεκτονική: μεγαλύτερη κρατική συμμετοχή για τις οικογένειες χαμηλού εισοδήματος, ενδεχομένως μια ελάχιστη κρατική κατάθεση για κάθε παιδί ανεξάρτητα από την οικονομική δυνατότητα των γονέων και μικρότερη αναλογία επιδότησης όσο αυξάνεται το οικογενειακό εισόδημα. Ελπίζουμε ότι το οικονομικό επιτελείο στις ανακοινώσεις του το μεσημέρι θα δώσει περισσότερες εξηγήσεις.

Τέλος δεν μπορούμε παρά να σημειώσουμε ότι εν τέλει μέσα από την πρόταση αυτή βγαίνει στην επιφάνεια, το πραγματικό πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας. Το ιδιαίτερα χαμηλό μέσο εισόδημα μεγάλης μερίδας της κοινωνίας….