Νωρίς το πρωί, την ώρα που τα μέσα μαζικής μεταφοράς γεμίζουν από ανθρώπους αποφασισμένους να πάνε για μια ακόμη ημέρα στη δουλειά τους, ακόμη και το μάτι αδρανεί μπροστά στην κοινή μοίρα. Οι επιβάτες κάθονται σιωπηλοί στις διαθέσιμες θέσεις ή κρέμονται από τα χερούλια, και τα βλέφαρα φιλτράρουν το φως και τις εικόνες.
Ο περισσότερος κόσμος που κινείται με το μετρό κατεβαίνει στους κεντρικούς σταθμούς, στο Σύνταγμα, στην Ομόνοια, ή στην Αττική για να πάρει τον Ηλεκτρικό και να συνεχίσει γι’ αλλού. Έτσι έγινε και χθες το πρωί και στο βαγόνι για τα Σεπόλια μείναμε λίγοι. Τότε πρόσεξα μια γυναίκα που καθόταν κοντά στο παράθυρο. Κοιτούσε το τηλέφωνο που κρατούσε με το ένα χέρι πάνω από μια σακούλα, ενώ το άλλο το είχε απλωμένο προς μια δεύτερη, που περιείχε μια γλάστρα με μια μικρή, ανθισμένη μάλιστα, τριανταφυλλιά. Όταν φτάσαμε στον σταθμό, έβαλε το τηλέφωνο στην τσάντα της και πήρε στα χέρια τις σακούλες, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή σε εκείνη με την τριανταφυλλιά.
Την παρακολουθούσα διακριτικά και, βγαίνοντας, την είδα να κατευθύνεται σε έναν δρόμο της γειτονιάς. Σαν απομακρύνθηκε, άρχισα να σκέφτομαι σε ποια αυλή θα φύτευε την τριανταφυλλιά. Στα Σεπόλια έχουμε ακόμη αρκετά παλιά σπίτια με αυλές γεμάτες φυτά, λουλούδια, ακόμη και καρποφόρα δέντρα. Σε πολλά κατοικούν άνθρωποι που γεννήθηκαν εκεί και δεν τα εγκατέλειψαν ποτέ. Οι αυλές τους μοιάζουν με μικρές οάσεις, που δυστυχώς τα τελευταία χρόνια χάνονται κι αυτές, καθώς τα παλιά σπίτια δίνουν τη θέση τους σε πολυκατοικίες.
Θέλω να σκέφτομαι πως η τριανταφυλλιά, μετά το πρωινό ταξίδι της με το μετρό, θα φυτευτεί σε μια απ’ αυτές τις αυλές των Σεπολίων. Θα ξεκινήσει μια καινούργια ζωή μακριά από το φυτώριο και την άνοιξη θα τη βρει ριζωμένη στο χώμα της γειτονιάς. Ανάλογα με τη διάθεση εκείνων που θα τη φροντίζουν, μπορεί να τους κάνει παρέα για πολλά χρόνια, έστω κι αν τη σκιάζουν οι πολυκατοικίες.
