Ζούμε σε μια εποχή όπου οι εικόνες, τα γεγονότα και όσα συμβαίνουν γύρω μας γεννούν καθημερινά σκέψεις, ερωτήματα και προβληματισμούς. Κι όμως, όλο και συχνότερα μοιάζει να δυσκολευόμαστε να μετατρέψουμε τη σκέψη σε λόγο και τον λόγο σε δημόσια θέση. Σαν να έχουμε ξεχάσει πως η άποψη δεν είναι κάτι που πρέπει πάντοτε να κρύβεται για να προστατευτούμε.
Μήπως έχουμε περάσει στην εποχή του «Χατζιαβατισμού και ωχαδερφισμού» Στην εποχή του «μη μιλάς», «άστο καλύτερα», «μην μπλέκεις», «μήπως παρεξηγηθώ;», «τι θα πουν οι άλλοι;». Έναν φόβο που, πολλές φορές, κανείς δεν μας επέβαλε, αλλά τον αγοράσαμε μόνοι μας. Τον πληρώνουμε καθημερινά με τη σιωπή μας, για να αισθανόμαστε ασφαλείς μέσα στην αποδοχή των άλλων.
Φοβόμαστε μήπως μας χαρακτηρίσουν παλιομοδίτες, οπισθοδρομικούς, θρησκόληπτους ,υπερβολικά πατριώτες, συντηρητικούς ή αλαζόνες. Φοβόμαστε μήπως μια άποψη που θα εκφράσουμε μας τοποθετήσει αυτόματα σε ένα «στρατόπεδο». Κι έτσι, πολλές φορές, προτιμούμε να μη μιλήσουμε καθόλου, ακόμη κι όταν μέσα μας γνωρίζουμε πολύ καλά τι πιστεύουμε και πιο είναι το σωστό.
Κάπου εκεί όμως χάνεται η ουσία.
Γιατί όταν βλέπουμε κάτι που θεωρούμε λάθος, άδικο ή αντίθετο με τις αρχές και τις πεποιθήσεις μας και επιλέγουμε τη σιωπή μόνο και μόνο για να μη δυσαρεστήσουμε ή να μη στιγματιστούμε, η σιωπή παύει να είναι ουδετερότητα και μπορεί να γίνει, έστω και άθελά μας, μια μορφή αποδοχής.
Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν μια λέξη που σήμερα μοιάζει σχεδόν ξεχασμένη: παρρησία. Το θάρρος να μιλάς ανοιχτά, με ειλικρίνεια και ευθύτητα. Ο Δημοσθένης έλεγε: «τἀληθῆ μετὰ παρρησίας ἐρῶ» που σημαίνει :θα πω την αλήθεια με παρρησία.
Πόσο επίκαιρη ακούγεται αυτή η φράση σήμερα.
Η παρρησία, όμως, δεν σημαίνει να φωνάζεις περισσότερο από τους άλλους, ούτε να θεωρείς ότι έχεις πάντα δίκιο. Σημαίνει να μπορείς να πεις «συμφωνώ» χωρίς να φοβάσαι ότι θα στιγματιστείς και «διαφωνώ» χωρίς να θεωρείς εχθρό εκείνον που σκέφτεται διαφορετικά. Σημαίνει να εκφράζεις τη γνώμη σου με σεβασμό και ταυτόχρονα να έχεις την ταπεινότητα να ακούσεις μια διαφορετική άποψη και, αν χρειαστεί, να αναθεωρήσεις.
Ίσως αυτό να μας λείπει περισσότερο σήμερα: όχι η δυνατότητα να μιλήσουμε, αλλά το θάρρος να το κάνουμε.
Μια κοινωνία δεν αλλάζει μόνο από εκείνους που μιλούν δυνατά. Αλλά ούτε και από εκείνους που σιωπούν. Χρειάζεται ανθρώπους που θα μπορούν να αντιστέκονται στο λάθος, ακόμη κι όταν αυτό είναι πιο εύκολο να προσπεραστεί. Ανθρώπους που δεν θα φοβούνται τη διαφορετικότητα της γνώμης τους ούτε θα αισθάνονται ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουν πως ανήκουν κάπου.
Το πιο εύκολο μονοπάτι είναι η απάθεια. Από εκεί και πέρα έρχεται ο ωχαδερφισμός και, τελικά, η πεποίθηση ότι «δεν αλλάζει τίποτα». Κι όμως, κάθε φορά που ένας άνθρωπος αποφασίζει να μιλήσει με καθαρότητα, χωρίς εμπάθεια και χωρίς φόβο, κάτι μικρό αλλάζει. Έστω και μόνο επειδή αρνείται να γίνει θεατής.
Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε όλοι. Χρειάζεται όμως να έχουμε το θάρρος να λέμε αυτό που πιστεύουμε. Να μπορούμε να στηρίζουμε μια άποψη χωρίς να φοβόμαστε την ταμπέλα που ίσως μας κολλήσουν και να μπορούμε να διαφωνούμε χωρίς να ακυρώνουμε τον άνθρωπο απέναντί μας.
Η ελευθερία της γνώμης δεν δοκιμάζεται όταν λέμε κάτι που όλοι χειροκροτούν. Δοκιμάζεται όταν έχουμε το θάρρος να πούμε αυτό που πιστεύουμε, γνωρίζοντας ότι μπορεί να μην αρέσει σε όλους.
Ίσως, τελικά, να μην έχουμε ανάγκη από περισσότερες φωνές. Έχουμε ανάγκη από περισσότερες αληθινές φωνές.
Φωνές που δεν θα κραυγάζουν, αλλά θα μιλούν. Που δεν θα προσβάλλουν, αλλά θα τοποθετούνται. Που δεν θα φοβούνται να συμφωνήσουν, ούτε θα ντρέπονται να διαφωνήσουν. Που θα ξέρουν ότι ο σεβασμός δεν απαιτεί σιωπή και η ευγένεια δεν απαιτεί υποταγή.
Γιατί ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής μας δεν είναι ότι υπάρχουν πολλές διαφορετικές απόψεις.
Είναι ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που φοβούνται να εκφράσουν τη δική τους.
Και τότε η σιωπή δεν είναι πια μόνο σιωπή.
Είναι η απουσία του θάρρους.
Ίσως λοιπόν να χρειάζεται να ξαναθυμηθούμε την παρρησία. Όχι ως αντιπαράθεση, ούτε ως επιθετικότητα, αλλά ως μια ήρεμη και γενναία στάση ζωής:
να έχουμε το θάρρος να λέμε αυτό που πιστεύουμε και τη σοφία να ακούμε αυτό που πιστεύει ο άλλος.
Και, τελικά, να θυμόμαστε τα λόγια του Θεόκριτου:
«Θαρσεῖν χρὴ, φίλε Βάττε· τάχ’ αὔριον ἔσσετ’ ἄμεινον.»
Να έχεις θάρρος· ίσως αύριο να είναι καλύτερα.
