Του Παναγιώτη Ζαμπέλη, αναλογιστή, FHSA, προέδρου ΤΕΑ-ΕΛΤΑ
Ο νέος νόμος 5327/2026, μεταξύ πολλών άλλων ρυθμίζει και το φορολογικό καθεστώς των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης (ΤΕΑ) και του δίδυμου αδελφού του, που είναι ο τομέας των Ομαδικών Ασφαλιστικών Προϊόντων Επαγγελματικών Συντάξεων (ΟΑΠΕΣ). Στο εξής θα χρησιμοποιούμε την έκφραση «ο Φορέας» που θα αφορά και τα δύο αυτά είδη συλλογικής ιδιωτικής ασφάλισης.
Σε άρθρο μου στον ίδιο ιστότοπο, με ημερομηνία 14.06.2022 αναφέρομαι σε αυτό το θέμα ακριβώς.
Σε προηγούμενα, πολύ πρόσφατα άρθρα έχουμε περιγράψει το νέο φορολογικό καθεστώς των δύο παραπάνω τομέων συλλογικής ιδιωτικής ασφάλισης. Σε αυτό το νέο φορολογικό καθεστώς γίνεται διαφοροποίηση της φορολόγησης μεταξύ εφάπαξ και περιοδικά καταβαλλόμενης παροχής. Η περιοδική καταβολή επιβαρύνεται με τον μισό φόρο από ότι η εφάπαξ καταβολή και αυτό, προφανώς, είναι το κίνητρο που παραχωρεί ο νομοθέτης προκειμένου να προωθήσει τις περιοδικές καταβολές.
Ας υποθέσουμε ότι ένα μέλος ενός συνταξιοδοτικού προγράμματος σε ένα Φορέα (είτε σε ΤΕΑ είτε σε ΟΑΠΕΣ), αποφασίζει να κάνει χρήση του ευνοϊκού φορολογικού πλαισίου και να λάβει περιοδική παροχή. Τι εναλλακτικές έχει;
Θα πρέπει ο Φορέας του συνταξιοδοτικού του προγράμματος να του παρέχει κάποιες εναλλακτικές. Από όσο αντιλαμβανόμαστε ο Φορέας δεν υποχρεώνεται από το νόμο να παρέχει εναλλακτικές. Απλά, αν ο Φορέας εκτιμήσει ότι θα ήταν καλό να προσφέρει όποιες εναλλακτικές του επιτρέπει ο νόμος τότε θα πρέπει να μελετήσει το ποιες είναι αυτές οι εναλλακτικές και τι συνέπειες προκύπτουν για τον ίδιο τον Φορέα και για τα μέλη του.
Εδώ θα εξετάσουμε το ποιες μπορεί να είναι αυτές οι εναλλακτικές.
Μετά την τροποποίηση που υπέστη από τον παραπάνω νόμο, ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ), στην παράγραφο 4α.α, του άρθρου 15, του ΚΦΕ μεταξύ άλλων αναφέρει:
«Για τους σκοπούς εφαρμογής της παρούσας, ως παροχή που «καταβάλλεται περιοδικά» νοείται η παροχή η οποία είτε καταβάλλεται ισοβίως και περιλαμβάνει σταθερές ή αυξανόμενες καταβολές, είτε καταβάλλεται για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών και περιλαμβάνει σταθερές ή αυξανόμενες καταβολές, εφόσον οι αναπροσαρμογές που οφείλονται σε διαφοροποιήσεις αποδόσεων των επενδύσεων λαμβάνουν χώρα κατά τα τελευταία έτη. Ο περιοδικός χαρακτήρας της παροχής δεν αίρεται στην περίπτωση που εμφανίζει απόκλιση η τελευταία εκκαθαριστική δόση της συνολικής παροχής.»
Ο νομοθέτης αναφέρει ότι περιοδικές καταβολές νοούνται όταν η διάρκεια της «περιοδικής» καταβολής είναι, είτε ισόβια είτε 15ετία κατ’ ελάχιστον.
Δεν λέει κάτι για την ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ των καταβολών. Μπορεί αυτές να είναι είτε μηνιαίες, είναι 3μηνιαίες, είτε εξαμηνιαίες, είτε και ετήσιες. Προφανώς, καθεμία από αυτές τις συχνότητες είναι αποδεκτή για να χαρακτηριστεί η καταβολή ως «περιοδική».
Επίσης, εδώ φαίνεται ξεκάθαρα ότι πρόκειται για μία επιλογή του ασφαλισμένου
Με ποια μεθόδευση θα γίνει η εφαρμογή της επιλογής του ασφαλισμένου; Αυτό που αντιλαμβάνομαι είναι ότι την περιοδική καταβολή θα την εκτελέσει ο ίδιος ο Φορέας του. Δηλαδή, το ενδεχόμενο να αναλάβει το εφάπαξ ποσό από το ένα Φορέα και να πάει σε κάποιο άλλο Φορέα για την περιοδική καταβολή, δεν φαίνεται να παίζει. Αν πάει να αναλάβει το ποσό θα φορολογηθεί αναγκαστικά ως εφάπαξ. Μόνο οι όροι περί Διαδοχικής Ασφάλισης μπορεί να επιτρέψουν κάτι τέτοιο, αλλά αυτό είναι κάτι διαφορετικό. Οπωσδήποτε, υπάρχει πάντα η δυνατότητα, ακόμα και αν αποχωρήσει πριν από την ηλικία των 67 ετών, να μην πάρει την παροχή αλλά να ζητήσει να μπει στην κατηγορία των «εν αναμονή συνταξιούχων» και να αναλάβει την παροχή μόλις περάσει την ηλικία των 67 ετών επιτυγχάνοντας μείωση φόρου κατά 50%.
Άρα, η μόνη ευκαιρία του μέλους είναι, να είναι πρόθυμος ο Φορέας του να του χορηγήσει περιοδικές καταβολές. Δεν προκύπτει από το κείμενο του νόμου ότι ο Φορέας είναι υποχρεωμένος να του παρέχει εναλλακτικές και ούτε προκύπτει ότι είναι υποχρεωμένος να του παρέχει όλα τα ενδεχόμενα ήδη περιοδικών καταβολών, φυσικά εξ αυτών που εμπίπτουν στην αποδοχή του νόμου.
Προφανώς, θα πρέπει να υπάρχει μία διαδικασία με την οποία, το εφάπαξ ποσό που έχει συγκεντρωθεί στον ατομικό λογαριασμό του μέλους, θα πρέπει να μετατραπεί σε περιοδική καταβολή.
Άραγε, αν κάναμε τον κόπο να τον ρωτήσουμε ην ΑΑΔΕ, θα καταδεχόταν να μας δώσει κάποια απάντηση; Είναι αμφίβολο, αλλά κάποιος πρέπει να το δοκιμάσει. Μέχρι τότε ας αυτοσχεδιάσουμε λίγο.
Ο νομοθέτης βάζει μία προϋπόθεση ως απαραίτητη προκειμένου να αποδεχθεί την έκπτωση φόρου.
…….εφόσον οι αναπροσαρμογές που οφείλονται σε διαφοροποιήσεις αποδόσεων των επενδύσεων λαμβάνουν χώρα κατά τα τελευταία έτη
Πρώτα – πρώτα, αυτή η προϋπόθεση φαίνεται να ισχύει για την 15ετία και όχι για την ισόβια καταβολή.
Τι μπορεί να εννοεί ο νομοθέτης με την παραπάνω φράση του νόμου;
Κεντρικό σημείο της φράσης είναι οι «διαφοροποιήσεις αποδόσεων των επενδύσεων». Αυτό μας παραπέμπει στην παλιά μέθοδο της λεγόμενης «συμμετοχής στην υπεραπόδοση των επενδύσεων».
Αν ο υπολογισμός της σύνταξης γίνεται με βάση κάποιο εγγυημένο τεχνικό επιτόκιο, τότε η «διαφοροποίηση» είναι το πλεόνασμα (υπερβάλλον) της απόδοσης των επενδύσεων πέραν του τεχνικού επιτοκίου. Αν το πλεόνασμα είναι θετικό, τότε η θετική διαφορά θα πρέπει με κάποιο τρόπο να γυρίσει στον ασφαλισμένο.
Αν δεν υπάρχει εγγυημένο τεχνικό επιτόκιο τότε το ενδεχόμενο πλεόνασμα των επενδύσεων είναι ολόκληρη η απόδοση των επενδύσεων.
Ο νόμος φαίνεται να εννοεί ότι η οποιαδήποτε διαφορά δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί άμεσα για την αύξηση της περιοδικής παροχής, αλλά να μπει σε κάποιο χωριστό ατομικό αποθεματικό για να δοθεί ως αναπροσαρμογή κατά τα τελευταία έτη παίζοντας τον ρόλο ενός buffer για την προστασία των καταβολών. Βέβαια, αν η περίοδος καταβολής της παροχής είναι 15 έτη, τα τελευταία είναι εύκολο να προσδιοριστούν. Αν όμως, είναι ισόβια, τότε η έκφραση θα πρέπει να θεωρηθεί ως ατυχής. Ποιος μπορεί να προβλέψει πότε τελειώνει η ζωή του κάθε ανθρώπου;
Ο λόγος της παραπάνω διαδικασίας μπορεί να είναι η ανάγκη να προστατευτούν οι εγγυήσεις και ενώ εγγυήσεις μπορεί να μην υπάρχουν κατά την περίοδο της συσσώρευσης, όταν θα έρθει η ώρα της περιοδικής καταβολής η δόση θα πρέπει να μπεί κάτω από την εγγύηση του Φορέα με την μορφή συγκεκριμένου ποσού. Αν ο Φορέας λειτουργεί με μεριδοποιημένους ατομικούς λογαριασμούς, τότε δεν θα μπορεί να καταβάλλει την περιοδική παροχή με τη μορφή σταθερού αριθμού μεριδίων γιατί τα μερίδια ενσωματώνουν την απόδοση των επενδύσεων και τέτοια αναπροσαρμογή των δόσεων δεν είναι αποδεκτή από αυτό το νόμο, γιατί, όπως αναφέρεται στο κείμενο του νόμου (παραπάνω) «….. οι αναπροσαρμογές που οφείλονται σε διαφοροποιήσεις αποδόσεων των επενδύσεων λαμβάνουν χώρα κατά τα τελευταία έτη. Ενώ με την μεριδοποιημένη καταβολή οι αναπροσαρμογές προκύπτουν αυτόματα κατά την διάρκεια της καταβολής. Άρα, ο μεριδοποιημένος ατομικός λογαριασμός κατά την στιγμή της συνταξιοδότησης πρέπει να ρευστοποιηθεί και από εκεί και πέρα προκύπτει αναγκαστικά μια εγγύηση από τον Φορέα προς τον ασφαλισμένο ότι η 15ετής καταβολή θα γίνει σε συγκεκριμένο ποσό κάθε δόση. Αυτή τώρα είναι μία εγγύηση που δεν υπήρχε κατά την περίοδο της συσσώρευσης.
Νομίζω ότι αυτή είναι μία ατυχής προσπάθεια του νομοθέτη να διασφαλίσει τα μέλη, η οποία τελικά εκθέτει τον Φορέα σε ανάγκη σχηματισμού Περιθωρίου Φερεγγυότητας και αυτό είναι ένα στρίμωγμα ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ΤΕΑ που συνήθως δεν έχουν μεγάλη δυνατότητα πλεοναζόντων κεφαλαίων.
Όλα αυτά, βέβαια, με την προϋπόθεση ότι ερμηνεύουμε σωστά τις γραφές του νόμου.
Παναγιώτη Ζαμπέλης,
Αναλογιστής, FHSA, πρόεδρος ΤΕΑ-ΕΛΤΑ