Όσοι ζούμε στις πόλεις και δεν βγαίνουμε συχνά στην ύπαιθρο της χώρας μας χάνουμε πολλά πράγματα αφού πια δεν καταλαβαίνουμε πως κυλάνε οι εποχές και τι κάθε μια την χαρακτηρίζει. Οι εικόνες αυτής της μετάβασης, από το καλοκαίρι προς το φθινόπωρο ας πούμε όπως αυτό τον καιρό λείπουν περισσότερο απ’ όσους γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε σε χωριά κάποιες δεκαετίες πίσω από την εποχή που διανύουμε. Εικόνες που ακόμα και σε μια επίσκεψή μας σήμερα μπορεί να δούμε αλλά θα διαπιστώσουμε πως πια δεν τις καταλαβαίνουμε…
Έτσι δεν θα καταλάβουμε αν δούμε ένα σωρό μακρόστενα, παλιάς ποικιλίας κολοκύθια στοιβαγμένα σε μια γωνιά της αυλής ή κάτω από ένα υπόστεγο. Πολλά κολοκύθια τα οποία πάλι δεν βλέπουμε ούτε στα μανάβικα, ούτε στις λαϊκές στις οποίες πωλούνται πια μόνο κάποιες ποικιλίες που προέρχονται από την Αμερική και περισσότερο χρησιμοποιούνται για το Hallowen, μια ξενική γιορτή που κοντεύουμε να υιοθετήσουμε παρά για την κατανάλωση.
Ένα τέτοιον σωρό με κολοκύθια μάζεψε η Στέλλα Βαϊοπούλου από τον κήπο της στο Νεοχώρι της Λίμνης Πλαστήρα και καμαρώνει καθώς έτσι αποτιμά τη χρονιά. Φυσικά ο κήπος της καλλιεργεί κάθε χρόνο τα πάντα: φασόλια, καλαμπόκια, πατάτες, ντομάτες και άλλα σχετικά τα οποία έχουν οδηγηθεί κάθε είδος για την διατήρησή του. Τα κολοκύθια όμως πιάνουν αρκετό τόπο και το πιο σημαντικό, μπορούν να διατηρηθούν εκτεθειμένα σε κάποιο υπόστεγο, αρκεί να μην βραχούν και βεβαίως να μην δελεάσουν τα ποντίκια αλλά γι’ αυτά δίνονταν περισσότερες αρμοδιότητες στις γάτες.
Η εικόνα του υπόστεγου με παραπέμπει στα παλιότερα χρόνια στο χωριό μου όπου τα βασικά της διατροφής προέρχονταν από τους κήπους κάθε νοικοκυριού και ανάμεσα σε αυτά κυρίαρχη θέση είχαν τα κολοκύθια τα οποία, επειδή πιάνουν πολύ χώρο φυτεύονταν στις άκρες και αφήνονταν ελεύθερα να πάνε όπου θέλουν και ορισμένα ανέβαιναν και στα δέντρα. Αυτά ποτίζονταν μαζί με τα άλλα λαχανικά και γέμιζαν το σπίτι με φρέσκα κολοκυθάκια το καλοκαίρι και την αποθήκη με όσα αφήνονταν να μεγαλώσουν.
Ο προορισμός τους ήταν κυρίως οι πίττες και κάποια μπορεί να γίνονταν και γλυκό. Ήταν η πιο πρόχειρη λύση μια πίττα με κολοκύθι για τις νοικοκυρές που η ημέρα τους ήταν γεμάτη δουλειές και αυτή την έκαναν και την έψηναν στο φούρνο ή στη γάστρα με την ψυχή στο στόμα και έτσι χόρταινε η οικογένεια. Μοσχοβολούσε η γειτονιά από την κολοκυθόπιτα που ψήνονταν με φρέσκο βούτυρο και έτσι πορεύονταν οι οικογένειες τον χειμώνα. Ανάλογα δε με την φροντίδα των κολοκυθιών, αυτά μπορούσαν να διατηρηθούν ως την άνοιξη ενώ αν περίσσευαν δίνονταν κάποια και στα ζωντανά, στις κότες και στα κουνέλια.
Η Στέλλα μάζεψε τα κολοκύθια στην αυλή του ωραίου ξενώνα που λειτουργεί ο αδερφός της Νίκος Μητσόπουλος στο Νεοχώρι και προς το παρόν αποτελούν αξιοθέατο στους πελάτες και τους επισκέπτες της περιοχής. Αργότερα ίσως κάποιοι απ’ αυτούς μπορεί να απολαύσουν και μια κολοκυθόπιτα αν φροντίσουν να μάθουν τη συνταγή. Στην περίπτωση, ακόμα και στον ηλεκτρικό φούρνο θα έχουν ένα ωραίο αποτέλεσμα μιας και τα κολοκύθια είναι από καλό κήπο και μεγάλωσαν κανονικά σε ένα ιδανικό περιβάλλον.
Η πρώτη ύλη για μια λαχταριστή κολοκυθόπιτα
Όσοι ζούμε στις πόλεις και δεν βγαίνουμε συχνά στην ύπαιθρο της χώρας μας χάνουμε πολλά πράγματα. Ανάμεσά τους, τις εικόνες που μας βοηθούν να καταλαβαίνουμε πώς κυλούν οι εποχές και τι χαρακτηρίζει την καθεμιά. Αυτή η μετάβαση από το καλοκαίρι στο φθινόπωρο, ας πούμε, λείπει ιδιαίτερα από όσους γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε σε χωριά κάποιες δεκαετίες πίσω. Κι όταν επιστρέφουμε, μπορεί να ξαναβρούμε ορισμένες από αυτές τις εικόνες, αλλά να χρειαστούμε λίγο χρόνο για να θυμηθούμε όσα σήμαιναν.
Ένας σωρός μεγάλα, μακρόστενα κολοκύθια, στοιβαγμένα σε μια γωνιά της αυλής ή κάτω από ένα υπόστεγο, ήταν μια τέτοια εικόνα. Η σοδειά του καλοκαιριού και μαζί ένα μέρος από το φαγητό του χειμώνα. Κολοκύθια που τα αφήναμε να μεγαλώσουν και να ωριμάσουν στον κήπο, προτού πάρουν τη θέση τους στην αποθήκη.
Τη δική της σοδειά μάζεψε και η Στέλλα Μητσοπούλου από τον κήπο της στο Νεοχώρι της Λίμνης Πλαστήρα και έχει κάθε λόγο να την καμαρώνει. Έτσι αποτιμά και τη χρονιά: με όσα έδωσε η γη και όσα κατάφερε να εξασφαλίσει με τη φροντίδα της. Ο κήπος της βγάζει κάθε χρόνο φασόλια, καλαμπόκια, πατάτες, ντομάτες και άλλα κηπευτικά, που βρίσκουν το καθένα τον τρόπο και τη θέση του για να διατηρηθούν.
Τα κολοκύθια, βεβαίως, πιάνουν αρκετό τόπο. Έχουν όμως το καλό ότι μπορούν να μείνουν για καιρό σε ένα στεγνό, προφυλαγμένο μέρος, χωρίς ιδιαίτερη επεξεργασία. Να μη βραχούν, να μην τα πιάσει η παγωνιά και να μην τα βρουν τα ποντίκια. Για τα τελευταία, στα παλιότερα νοικοκυριά, αυξημένες αρμοδιότητες είχαν οι γάτες…
Η σοδειά της Στέλλας με γυρίζει στα χρόνια του χωριού μου, όταν τα βασικά της διατροφής προέρχονταν από τους κήπους κάθε νοικοκυριού. Ανάμεσά τους είχαν τη θέση τους και τα κολοκύθια. Επειδή απλώνονταν πολύ, τα φυτεύαμε στις άκρες και τα αφήναμε να τραβήξουν όπου έβρισκαν χώρο. Ορισμένα σκαρφάλωναν ακόμη και στα δέντρα. Ποτίζονταν μαζί με τα άλλα λαχανικά και έδιναν φρέσκα κολοκυθάκια για το καλοκαίρι, ενώ όσα αφήναμε να μεγαλώσουν γέμιζαν αργότερα την αποθήκη.
Ο προορισμός τους ήταν κυρίως οι πίττες, αν και κάποια γίνονταν και γλυκό. Η κολοκυθόπιττα ήταν μια πρόχειρη λύση για τις νοικοκυρές — πρόχειρη ως προς τα υλικά που βρίσκονταν στο σπίτι, γιατί ο κόπος της δεν ήταν λίγος. Με την ημέρα γεμάτη δουλειές, έπρεπε να καθαρίσουν το κολοκύθι, να ετοιμάσουν τη γέμιση, να ανοίξουν τα φύλλα και να προλάβουν το ψήσιμο στον φούρνο ή στη γάστρα. Συχνά με την ψυχή στο στόμα, αλλά έτσι χόρταινε η οικογένεια.
Μοσχοβολούσε η γειτονιά από την κολοκυθόπιττα που ψηνόταν με φρέσκο βούτυρο. Κι έτσι, με τα γεννήματα του κήπου και την καθημερινή φροντίδα, πορεύονταν τα σπίτια τον χειμώνα. Αν τα κολοκύθια φυλάγονταν καλά, μπορούσαν να κρατήσουν ως την άνοιξη. Κι αν περίσσευαν, έπαιρναν το μερίδιό τους οι κότες και τα κουνέλια.
Σήμερα, η σοδειά της Στέλλας έχει βρει θέση στην αυλή του όμορφου ξενώνα που λειτουργεί ο αδερφός της, Νίκος Μητσόπουλος, στο Νεοχώρι. Μερικά από τα κολοκύθια, τοποθετημένα μέσα σε μια μικρή βάρκα ανάμεσα σε λουλούδια, τραβούν το βλέμμα των πελατών και των επισκεπτών. Πριν γίνουν φαγητό, έγιναν ένα μικρό αξιοθέατο του φθινοπώρου.
Αργότερα, ίσως κάποιοι θελήσουν να μάθουν και τη συνταγή της κολοκυθόπιττας. Και στον ηλεκτρικό φούρνο του σπιτιού τους μπορούν να τη φτιάξουν. Η πρώτη ύλη υπάρχει, από τον κήπο της Στέλλας. Τα υπόλοιπα θέλουν λίγο χρόνο, λίγη φροντίδα και κάποιον να μας δείξει πώς — όπως γινόταν κάποτε από τη μια γενιά στην άλλη.
Κολοκύθια για τις πίττες του χειμώνα, όπως τότε που ο κήπος κάθε νοικοκυριού εξασφάλιζε μεγάλο μέρος της τροφής του. Μια λεπτομέρεια από τη σοδειά της Στέλλας, στην αυλή του ξενώνα του αδερφού της, Νίκου Μητσόπουλου.
