1.jpg
Το έργο «Η ουρά» του Νίκου Κεσσανλή, στον σταθμό «Ομόνοια» του Μετρό της Αθήνας.

Μια κουβέντα για τους νέους άρχισε χθες στην παρέα μας με αφορμή μια συγκέντρωση για την εκπαίδευση και τις εκτιμήσεις γι’ αυτή. Είχε προηγηθεί αρκετός θόρυβος, που μας προετοίμαζε για μια μεγάλη κινητοποίηση στην Αθήνα. Η εικόνα που σχηματίσαμε ήταν διαφορετική από εκείνη που περιμέναμε. Κι έτσι, ανάμεσα στις παρατηρήσεις και στις συνηθισμένες διαφωνίες, ακούστηκε το ερώτημα: «Μα πού πήγαν οι νέοι;». Το είπαμε πρώτα για τους δρόμους της πόλης και ύστερα, όσο προχωρούσε η συζήτηση, για ολόκληρη την Ελλάδα.

Είμαστε πέντε άνθρωποι κάποιας ηλικίας, που γνωρίσαμε μια διαφορετική χώρα. Μεγαλώσαμε στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, σε σπίτια και γειτονιές όπου τα παιδιά περίσσευαν, ακόμη κι όταν έλειπαν πολλά από τα απαραίτητα. Δεν ήταν εύκολα χρόνια ούτε χρειάζεται να τα ωραιοποιούμε. Υπήρχε, όμως, γύρω μας μια διαρκής παρουσία παιδιών και νέων: στα σχολεία, στις αυλές, στα εργαστήρια, στους δρόμους. Με αυτή την εικόνα στη μνήμη κοιτάζουμε τη σημερινή πόλη και προσπαθούμε να καταλάβουμε τι άλλαξε.

Πρώτα κοιτάξαμε τα δικά μας σπίτια. Οι περισσότεροι αποκτήσαμε λιγότερα παιδιά από τους γονείς μας. Τα παιδιά μας ακόμη λιγότερα, ενώ κάποια δεν έχουν κάνει οικογένεια. Άλλα το επέλεξαν, άλλα το αναβάλλουν, άλλα δυσκολεύονται να το αποφασίσουν. Δεν ξέρεις πάντοτε τι κρύβεται πίσω από μια τέτοια απόφαση, ακόμη κι όταν πρόκειται για δικό σου άνθρωπο. Έτσι, χωρίς πίνακες και υπολογισμούς, βρεθήκαμε να συζητάμε το δημογραφικό μέσα από τις άδειες καρέκλες των οικογενειακών μας τραπεζιών.

Η κουβέντα επέστρεψε στις καθημερινές διαδρομές μας. Στα λεωφορεία που χρησιμοποιώ τις πρωινές ώρες συναντώ συχνά ανθρώπους της ηλικίας μου. Στις αφετηρίες της Ακαδημίας, αντίθετα, όσα πηγαίνουν προς την Πανεπιστημιούπολη γεμίζουν νεαρόκοσμο. Και στο Μετρό, ειδικά τα βράδια του Σαββατοκύριακου, οι νέοι δίνουν άλλο χρώμα στα βαγόνια. Επομένως, υπάρχουν. Ίσως εμείς να μην κυκλοφορούμε πια τις ίδιες ώρες ή να τους αναζητούμε επίμονα στα μέρη όπου συχνάζαμε κάποτε οι ίδιοι. Κι αυτή η σκέψη ακούστηκε στην παρέα.

Θυμηθήκαμε τα φοιτητικά στέκια γύρω από το Πανεπιστήμιο, το Πολυτεχνείο και τα Εξάρχεια. Καφενεία, βιβλιοπωλεία, μικρά μαγαζιά, ολόκληρες παρέες που μπορούσαν να περνούν ώρες συζητώντας. Η μεταφορά σχολών άλλαξε ορισμένες από αυτές τις διαδρομές. Άλλαξαν και τα καταστήματα, οι συνήθειες, οι τρόποι συνάντησης. Οι σημερινοί νέοι έχουν τους δικούς τους τόπους, που εμείς δεν γνωρίζουμε όλους. Ωστόσο, η αλλαγή δεν αφορά μόνο το πού πίνουν τον καφέ τους. Αφορά και το πού μπορούν να κατοικήσουν.

Σε δρόμους του κέντρου που θυμόμαστε γεμάτους οικογένειες, η καθημερινότητα στρέφεται όλο και περισσότερο προς τον επισκέπτη. Καταλύματα, εστιατόρια, καφέ και καταστήματα εξυπηρετούν μια πόλη που υποδέχεται διαρκώς κόσμο. Ο τουρισμός φέρνει εισόδημα και δουλειές. Το ερώτημα είναι πόσο χώρο αφήνει και για εκείνους που θέλουν να μείνουν εδώ. Αν ο νέος που εργάζεται σε μια γειτονιά δεν μπορεί να πληρώσει το νοίκι της, τι ακριβώς του προσφέρει η ανάπτυξή της; Ωραίο το περίφημο «rebranding», αρκεί στη νέα εικόνα της χώρας να χωρούν και οι νέοι της.

Κάποιος στην παρέα παρατήρησε πως μπορεί να τους βλέπουμε καθημερινά και να μην τους προσέχουμε: πίσω από έναν πάγκο, με έναν δίσκο στο χέρι, πάνω σε ένα μηχανάκι διανομής. Ανάμεσά τους και παιδιά μεταναστών που μεγάλωσαν εδώ και μοιράζονται τις ίδιες αγωνίες. Η νεότητα της πόλης έχει περισσότερα πρόσωπα από όσα χωρά η ανάμνησή μας. Και η εργασία της συχνά εξυπηρετεί τη δική μας άνεση, χωρίς να της εξασφαλίζει τον χρόνο και την ανεξαρτησία που χρειάζεται.

Θυμηθήκαμε τότε τις δικές μας πρώτες δουλειές. Κουραστήκαμε κι εμείς, αλλά αρκετοί πιστεύαμε πως η προσπάθεια θα μας επέτρεπε κάποτε να σταθούμε στα πόδια μας. Αναρωτιέμαι πόσοι νέοι μπορούν σήμερα να κάνουν την ίδια σκέψη με σιγουριά. Να σχεδιάσουν ένα σπίτι, μια οικογένεια αν τη θέλουν, μια ζωή που δεν θα εξαρτάται διαρκώς από τη βοήθεια των γονιών. Οι μεγαλύτεροι συχνά ζητούμε υπομονή. Για εκείνον, όμως, που περιμένει να αρχίσει τη ζωή του, τα χρόνια έχουν άλλο βάρος.

Κι έξω από την Αθήνα, στα χωριά που επισκεπτόμαστε, η ίδια απορία παίρνει άλλη μορφή. Θυμόμαστε τις φωνές στα σχολεία και τώρα συναντούμε παλιούς γνωστούς που περιμένουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους στις γιορτές. Δεν είναι παντού ίδια η εικόνα. Αλλά για όσους κρατούν δεσμούς με μια μικρή πατρίδα, η απόσταση ανάμεσα στην καλοκαιρινή ζωντάνια και στη χειμωνιάτικη σιωπή γίνεται μέτρο της αλλαγής που συζητούμε, χωρίς να χρειάζεται να την ονομάσουμε.

Βέβαια, υπάρχουν νέοι που μένουν, δημιουργούν, επιχειρούν, δουλεύουν στον τόπο τους και τον νοιάζονται. Υπάρχουν και εκείνοι που επιστρέφουν, φέρνοντας εμπειρίες και γνώσεις. Η Ελλάδα δεν έχει πάψει να γεννά επιθυμίες και σχέδια. Το ζήτημα είναι πόσα από αυτά μπορούν να ριζώσουν εδώ. Και αυτό αφορά όσους παίρνουν αποφάσεις, αλλά και εμάς που μεγαλώσαμε τα παιδιά μας λέγοντάς τους να σπουδάσουν, να προχωρήσουν, να αναζητήσουν κάτι καλύτερο. Δεν φανταζόμασταν πάντα πόσο μακριά μπορεί να βρισκόταν αυτό το καλύτερο.

Δεν λύσαμε τίποτε εκείνο το απόγευμα. Ούτε συμφωνήσαμε σε όλα. Μια παρέα ανθρώπων ήμασταν, που είδε τη χώρα να αλλάζει και εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για το μέλλον της. Ίσως η αρχική μας ερώτηση να ήταν βιαστική. Οι νέοι δεν εξαφανίστηκαν. Κάποιοι κινούνται σε δρόμους που δεν ακολουθούμε, κάποιοι παλεύουν δίπλα μας, κάποιοι ζουν αλλού. Πριν σηκωθούμε, ρωτήσαμε ο ένας τον άλλο πόσα παιδιά από τον στενό οικογενειακό μας κύκλο είχαν φύγει από την Ελλάδα για να εργαστούν στο εξωτερικό. Οι πέντε μας μετρήσαμε καμιά δεκαπενταριά.