Φυσικά και δεν είναι ο μόνος άνθρωπος στην πόλη που σκέφτεται τα περιστέρια και φροντίζει να τα καλεί σε συσσίτιο ορισμένη ώρα κάθε ημέρα, όπως άλλοι φροντίζουν τις αδέσποτες γάτες και τα σκυλιά. Κι αυτά, σαν να ξέρουν το ραντεβού, συγκεντρώνονται αμέσως και πέφτουν στο φαΐ, που συνήθως είναι τριμμένο ψωμί.
Όσοι αναλαμβάνουν αυτή τη φροντίδα διατηρούν συχνά σχέσεις με καταστήματα εστίασης και φούρνους, απ’ όπου προμηθεύονται το ψωμί που περισσεύει και κάποια καρβέλια που ξεμένουν. Το τρίβουν και κατευθύνονται στο συγκεκριμένο μέρος, το σκορπούν στο έδαφος και χαίρονται τη χλαπαταγή που κάνουν τα περιστέρια καθώς ορμούν πάνω του. Μερικά, πιο θαρρετά, ανεβαίνουν στους ώμους τους, ακόμη και στο κεφάλι τους.
Το συσσίτιο των περιστεριών γίνεται την ημέρα. Το βράδυ τα βρίσκει κουρνιασμένα σε απίθανα σημεία της πόλης. Για τις γάτες, πάλι, το ραντεβού συχνά δίνεται αργά το απόγευμα, προς το σούρουπο, όταν λιγοστεύει η κίνηση και οι πιο επιφυλακτικές ξεμυτίζουν από τα καταφύγιά τους. Κάθε συσσίτιο έχει την ώρα και τους τακτικούς του επισκέπτες.
Πολλοί επικρίνουν αυτή την πρακτική, επικαλούμενοι τη ρύπανση. Η καθαριότητα, βέβαια, έχει τη σημασία της, αλλά υπάρχει και το ερώτημα πώς βρίσκουν την τροφή τους αυτά τα πλάσματα που είναι κομμάτι της πόλης. Τα βλέπουμε στις πλατείες και στα παρκάκια να παρακολουθούν με λιγουρεμένο μάτι όποιον τρώει κάτι, περιμένοντας να τους ρίξει ένα κομμάτι. Και συχνά είναι τυχερά. Από την εμπειρία μου μπροστά σε τέτοιες σκηνές, μπορώ να πω πως τα περιστέρια δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στα κουλούρια. Πολλές φορές καταφθάνουν και σπουργίτες, που τσιμπολογούν το σουσάμι.
Βλέποντας αυτόν τον άνθρωπο να ταΐζει τα περιστέρια σε έναν δρόμο δίπλα στο Μουσείο, ακουμπισμένο στις εγκαταλειμμένες εγκαταστάσεις των καρτοτηλεφώνων, σκέφτηκα πως δεν αποκλείεται να βρίσκονται ανάμεσά τους και δύο που μεγάλωσαν πριν από τρεις μήνες στο μπαλκόνι της κουζίνας μας. Εκεί είχαν φτιάξει τη φωλιά τους οι γονείς τους, εκεί κλώσησαν τα αυγά κι εκεί ξεπρόβαλαν κάποια μέρα δυο αδύναμα πλάσματα.
Σιγά σιγά, με ό,τι τους έφερναν η μάνα και ο πατέρας τους, δυνάμωσαν. Βάζαμε κι εμείς, η Άρτεμη κι εγώ, το μερίδιό μας, αφήνοντας ψωμί, φρούτα και νερό. Τα παρακολουθούσαμε να μεγαλώνουν ώσπου μια μέρα μάς εγκατέλειψαν, χωρίς να μας χαιρετήσουν, και δεν ξαναφάνηκαν.
Όχι από αγνωμοσύνη. Έτσι είναι αυτά: μόλις μπορέσουν, ανοίγουν τα φτερά τους και φεύγουν. Η ελευθερία τους να πετούν και να κινούνται παντού στην πόλη είναι ζηλευτή. Μόνο που κι αυτή η ελευθερία έχει τις καθημερινές της ανάγκες. Κοιτάζοντας το συσσίτιο δίπλα στο Μουσείο, σκέφτηκα πως ίσως κάποιος άλλος να ταΐζει τώρα τα δυο περιστέρια του μπαλκονιού μας, χωρίς να ξέρει τίποτε για την Άρτεμη κι εμένα. Κι εγώ να τα έχω μπροστά μου και να μην τα ξεχωρίζω.
Δυο αυγά σε μια γωνιά του μπαλκονιού της κουζίνας μας, ανάμεσα σε χαρτόνια και γλάστρες. Λίγα ξερά κλαδάκια ήταν αρκετά για να φτιάξουν τα περιστέρια το σπιτικό τους δίπλα στο δικό μας.
Οι δυο μικροί συγκάτοικοί μας, προτού δυναμώσουν και ανοίξουν τα φτερά τους για την πόλη. Έφυγαν χωρίς να μας χαιρετήσουν. Ίσως τώρα να βρίσκονται ανάμεσα στα περιστέρια που ταΐζει κάποιος άλλος δίπλα στο Μουσείο.
