ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Η Αμερική που γνωρίσαμε μέσα από αφηγήσεις, αλλά δεν την είδαμε ποτέ
Προχθές, 4 Ιουλίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες συμπλήρωσαν 250 χρόνια ανεξαρτησίας. Δεν θα σταθώ στους επίσημους εορτασμούς ούτε στις πολιτικές συζητήσεις που τους συνόδευσαν. Η επέτειος μού έφερε στον νου μια άλλη Αμερική. Εκείνη που γνώρισα παιδί, χωρίς να την έχω δει ποτέ, σ' ένα μικρό χωριό της Ευρυτανίας.
Όπως συνέβη σε ολόκληρη σχεδόν την Ελλάδα, έτσι και από τη Ρούμελη πολλοί νέοι πήραν το πλοίο για τη Νέα Υόρκη αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Από το χωριό είχαν φύγει αρκετοί: Λουκουπουλαίοι, Ποντικαίοι, Καλατζαίοι, Σιδεραίοι, Δεδουσαίοι και άλλοι. Από τα εμβάσματα και τα δέματα που έφταναν κατά καιρούς καταλαβαίναμε πως οι περισσότεροι είχαν προκόψει. Τι δουλειές έκαναν δεν γνωρίζαμε ακριβώς, ούτε αυτό απασχολούσε ιδιαίτερα κανέναν. Κάποιοι δούλεψαν σε εστιατόρια, άλλοι σε μεγάλα έργα, άλλοι άνοιξαν δικές τους επιχειρήσεις. Κάποιοι γύρισαν πριν από τον πόλεμο του 1940, κάποιοι έμειναν για πάντα στην Αμερική και δεν τους ξαναείδαμε ποτέ.
Από εκείνους που επέστρεψαν θυμάμαι τον Γιώργο Σιδέρη, που η χάρη του έφτασε, δουλεύοντας στα έργα του σιδηροδρόμου, ως το Αϊντάχο, και τον άκουγα να λέει μαζί με τους μεγαλύτερους απίθανες ιστορίες. Άλλος ένας ήταν ο Γιάννης Σιδέρης, που είχε ανοίξει μπακάλικο κάπου στο Μίσιγκαν, αλλά το πούλησε και επέστρεψε στην Ελλάδα με αρκετά χρήματα. Τα περισσότερα όμως χάθηκαν στην κατοχική υποτίμηση. Κι αυτός έλεγε ιστορίες από εκεί που είχε ζήσει κι εμείς τον ακούγαμε με ανοιχτό στόμα.
Την ίδια την Αμερική όμως τη γνωρίσαμε στο γύρισμα της δεκαετίας του '50 από τα αποφόρια που έφταναν στο χωριό με τη χαρακτηριστική ονομασία «Αμερικάνικη Βοήθεια». Η βοήθεια αυτή έφτανε με στρατιωτικά αυτοκίνητα και αναλάμβαναν ο παπάς και ο πρόεδρος να τη μοιράσουν, καθώς αυτοί, υποτίθεται, γνώριζαν καλύτερα τις ανάγκες της κάθε οικογένειας.
Μου έχει μείνει αξέχαστο το πρώτο κοτλέ παντελόνι που μου δόθηκε από αυτή τη βοήθεια όταν ήμουν έξι χρονών. Ήταν καφέ, στα μέτρα μου, αλλά αντί για κουμπιά είχε φερμουάρ, κάτι εντελώς άγνωστο για μένα. Η πρώτη χαρά πήγε γρήγορα χαμένη, ενώ με έτρωγε η ζήλια που τα άλλα παιδιά φορούσαν εκείνα τα καουμπόικα πουκαμισάκια. Δεν κράτησαν όμως πολύ ούτε εκείνα, γιατί, ήδη φορεμένα καθώς ήταν, έλιωσαν γρήγορα.
Όσο για τα ρούχα που μοιράστηκαν στις γυναίκες και στα κορίτσια, ελάχιστα φορέθηκαν. Αλλιώς φαίνονταν αυτά στο Σικάγο και τη Νέα Υόρκη κι αλλιώς στα χωριά του Τυμφρηστού. Τα περισσότερα κατέληξαν σε κουρελούδες και κάποια φορέθηκαν στα σκιάχτρα.
Όπως και να είχε όμως το πράγμα, η περιέργεια για την Αμερική φούντωνε. Κάποιοι χωριανοί που έφυγαν αργότερα, στη δεκαετία του '60, μας έκαναν να ονειρευόμαστε κι εμείς πως μια μέρα θα βλέπαμε από κοντά το Άγαλμα της Ελευθερίας. Εγώ δεν έφτασα ποτέ ως εκεί. Όμως η Αμερική είχε ήδη περάσει από το χωριό μας. Είχε έρθει μέσα από τους ανθρώπους της, τα γράμματα, τα δέματα και ένα καφέ κοτλέ παντελόνι με φερμουάρ.
Το Άγαλμα της Ελευθερίας ήταν η πρώτη εικόνα της Αμερικής για εκατομμύρια μετανάστες που έφτασαν στη Νέα Υόρκη στις αρχές του 20ού αιώνα. Για χιλιάδες Έλληνες, ανάμεσά τους και πολλούς Ρουμελιώτες, ήταν το τέλος ενός μεγάλου ταξιδιού και η αρχή μιας νέας ζωής.
