ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Έρευνα Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας: Τα μετρητά παραμένουν το πιο διαδεδομένο μέσο πληρωμής στην ευρωζώνη

shutterstock_2636393889.jpg

Η έρευνα της ΕΚΤ πραγματοποιήθηκε σε 8.205 επιχειρήσεις και στις 21 χώρες της ευρωζώνης

Η αποδοχή των μετρητών από τις επιχειρήσεις της ευρωζώνης παρουσιάζει μικρή ανάκαμψη, σύμφωνα με την τελευταία έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για τη χρήση των μετρητών από τις επιχειρήσεις της ευρωζώνης, η οποία δημοσιεύθηκε σήμερα.

Το 2026, το 92% των επιχειρήσεων που πωλούν αγαθά και υπηρεσίες σε φυσικά καταστήματα στους κλάδους του λιανεμπορίου, της εστίασης, των ξενοδοχείων, καθώς και των τεχνών, της ψυχαγωγίας και της αναψυχής, δήλωσε ότι δέχεται μετρητά. Το αντίστοιχο ποσοστό το 2024 ήταν 90%, γεγονός που δείχνει ότι η αποδοχή των μετρητών ανακάμπτει μετά την υποχώρηση που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια και την περίοδο μετά την πανδημία.

Τα μετρητά παραμένουν στην πρώτη θέση

Συνολικά, τα μετρητά εξακολουθούν να είναι το πιο ευρέως αποδεκτό μέσο πληρωμής στην ευρωζώνη. Η αποδοχή των πληρωμών με κάρτα παρέμεινε ουσιαστικά σταθερή, στο 88%, μεταξύ 2024 και 2026.

Αντίθετα, σημαντική ήταν η άνοδος των πληρωμών μέσω κινητού τηλεφώνου. Το ποσοστό των επιχειρήσεων που τις αποδέχονται αυξήθηκε από 36% το 2024 σε 68% το 2026.

Την ίδια ώρα, το 25% των επιχειρήσεων στην ευρωζώνη αναφέρει ότι έχει λάβει μέτρα για την ενίσχυση των ψηφιακών πληρωμών. Μεταξύ άλλων, οι επιχειρήσεις επενδύουν σε ταμεία που υποστηρίζουν πληρωμές χωρίς μετρητά ή μειώνουν τον αριθμό των ταμείων στα οποία γίνονται δεκτές πληρωμές με μετρητά. Παράλληλα, το 13% των επιχειρήσεων στην ευρωζώνη έχει εγκαταστήσει ταμεία αυτοεξυπηρέτησης.

Ιδιωτικότητα και αξιοπιστία

Όταν αποφασίζουν ποια μέσα πληρωμής θα δέχονται, οι επιχειρήσεις αναφέρουν συχνότερα ως βασικά κριτήρια τις προτιμήσεις των καταναλωτών, την ασφάλεια και την ευκολία διαχείρισης.

Σε σύγκριση με τα ψηφιακά μέσα πληρωμής, εξακολουθούν να αναγνωρίζουν σημαντικά πλεονεκτήματα στα μετρητά, με την ιδιωτικότητα και την αξιοπιστία να βρίσκονται μεταξύ των βασικότερων.

Η έρευνα της ΕΚΤ πραγματοποιήθηκε σε 8.205 επιχειρήσεις και στις 21 χώρες της ευρωζώνης, ενώ οι συνεντεύξεις διεξήχθησαν από τον Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο του 2026.