Σε ένα στίχο της Αγίας Γραφής γράφει ότι ο Θεός δίνει τροφή στα πετεινά του Ουρανού που ούτε σπέρνουν, ούτε θερίζουν αλλά έχουν τροφή (Αγία Γραφή, Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο στ’ 25-34 «ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά·»).
Για την προσωπική μας βελτίωση αλλά και την επαγγελματική μας, πρέπει να κάνουμε πολλές προσπάθειες…Αγαθά κόποις κτώνται…
Στο ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΝΑΙ που κυκλοφορεί για τους φίλους ασφαλιστές και Managers διάλεξα κάποια σχετικά θέματα σε 20 σελίδες. Ειδικότερα διαβάστε το δισέλιδο 102-103 (Δείτε εδώ)
Ο Θεός προνοεί για τις ανάγκες των ανθρώπων όπως γράφει το Κατά Ματθαίο Ευαγγέλιο στους σχετικούς στίχους 25-34 (διαβάστε στο Υστερόγραφο σχετικά) και κατακρίνει την πλεονεξία και αγωνία των ανθρώπων αλλά ζητά οι άνθρωποι να επιζητούν τα πνευματικά αγαθά, να αγωνίζονται, να εργάζονται, να έχουν δημιουργική δράση.
Σε πολλά σημεία διαβάσαμε ότι οι άνθρωποι πρέπει να εργάζονται. «Όποιος δεν δουλεύει, ούτε να τρώει» έγραψε κάπου ο Απ. Παύλος. «Με τον ιδρώτα του προσώπου σου να τρώγεις το ψωμί σου» γράφτηκε στην Παλαιά Διαθήκη. «Το τεμπέλικο χέρι φέρνει φτώχεια και πλούτο το χέρι του εργατικού» είπε ο Σολομών. «Χωρίς κόπο, καμμία ευτυχία δεν αποχτιέται» είπε ο Σοφοκλής. «Η δουλειά δεν είναι ντροπή, η τεμπελιά είναι» είπε ο Ησίοδος. «Για να φας μύγδαλο, πρέπει να το σπάσεις» λέει μια Γαλλική παροιμία, μια Αγγλική λέει «βύθισε βαθιά το αλέτρι, για να ’χεις πολύ σιτάρι» και μια ελληνική «Η προκοπή νικάει την φτώχεια». Και ακόμα μια ελληνική λέει ότι «όποιος δουλεύει δεν πεινάει, κι αν πεινάσει δεν πεθαίνει».
Ας εργαζόμεθα!
Ευάγγελος Γ. Σπύρου
Δείτε εδώ σχετικό βίντεο
Υ.Γ.: Το Κατά Ματθαίον κεφ. Στ’ Στιχ. 25-34, Ὁ Θεὸς προνοεῖ διὰ τὰς ἀνάγκας μας.
25 Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος;
Ἀφοῦ λοιπόν ἡ καρδία σας πρέπει νὰ ἀνήκῃ ἀποκλειστικὰ εἰς τὸν Θεόν, διὰ τοῦτο σᾶς λέγω, κόψατε τὴν ρίζαν τῆς πλεονεξίας καὶ μὴ φροντίζετε μὲ ἀγωνίαν καὶ στενοχωρίαν διὰ τὴν ζωήν σας, τί θὰ φάγετε καὶ τί θὰ πίετε, οὔτε διὰ τὸ σῶμά σας, τί θὰ ἐνδυθῆτε. Δὲν ἀξίζει ἡ ζωὴ περισσότερον ἀπὸ τὴν τροφὴν καὶ τὸ σῶμα πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ ἔνδυμα; Ὁ Θεὸς λοιπόν, ποὺ σᾶς ἔδωκε τὰ ἀνώτερα ταῦτα, θὰ σᾶς δώσῃ καὶ τὰ κατώτερα, τὴν τροφὴν δηλαδὴ καὶ τὸ ἔνδυμα.
26 ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν;
Κυττάξατε τὰ πετεινά, ποὺ πετοῦν εἰς τὸν ἀέρα, καὶ ἴδετε, ὅτι αὐτὰ δὲν σπείρουν, οὔτε θερίζουν, οὔτε μαζεύουν εἰς ἀποθήκας διὰ τὸν χειμῶνα ἢ τὸν καιρὸν τῆς στερήσεως. Καὶ ὅμως ὁ Πατήρ σας ὁ ἐπουράνιος τὰ τρέφει. Σεῖς δὲν ἀξίζετε πολὺ περισσότερον ἀπὸ αὐτά;
27 τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα;
Διὰ νὰ καταλάβετε δὲ πόσον ἀνόητος καὶ ἀνίσχυρος εἶναι ἡ μέριμνά σας αὐτή, σᾶς ἐρωτῶ: Ποῖος ἀπὸ σᾶς ὁσονδήποτε καὶ ἂν φροντίσῃ, εἰμπορεῖ νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ ἀνάστημά του ἕνα πῆχυν; Κανείς. Τί κατορθώνετε λοιπόν μὲ τὴν μέριμνάν σας;
28 καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρῖνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει·
Καὶ διὰ τὸ ἔνδυμα, διατί κυριεύεσθε ἀπὸ ἀνήσυχον καὶ ἀγωνιώδη φροντίδα; Παρατηρήσατε τὰ ἄνθη, ποὺ φυτρώνουν μόνα των εἰς τὸν ἀγρόν, μὲ ποῖον τρόπον αὐξάνουν. Δὲν κοπιάζουν οὔτε γνέθουν·
29 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων.
καὶ ὅμως σᾶς λέγω, ὅτι οὔτε ὁ σοφὸς εἰς ἐπινοήσεις Σολομών, μὲ ὅλην τὴν ἐξακουσμένην βασιλικὴν μεγαλοπρέπειάν του καὶ τὴν λαμπρὰν καὶ ἔνδοξον περιβολὴν καὶ παράστασίν του, δὲν περιεβλήθη ἔνδυμα τόσον ὡραῖον καὶ θαυμαστόν, ὅπως περιβάλλεται ἕνα ἀπὸ τὰ ἄνθη αὐτά.
30 Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;
Ἐὰν δὲ ὁ Θεὸς τόσον μεγαλοπρεπῶς ἐνδύῃ τὰ ἀγριοχόρταρα, ποὺ φυτρώνουν μόνα των εἰς τὸν ἀγρόν, καὶ ποὺ δὲν ἔχουν προορισμὸν νὰ ζήσουν αἰώνια, ὅπως σεῖς, ἀλλὰ σήμερον ὑπάρχουν καὶ αὔριον ρίπτονται εἰς τὸν φούρνον ὡς καύσιμον ὑλικόν, δὲν θὰ δώσῃ ἔνδυμα πολὺ περισσότερον εἰς σᾶς, ὦ ὀλιγόπιστοι;
31 μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν ἢ τί περιβαλώμεθα;
Μὴ καταληφθῆτε λοιπόν ποτὲ ἀπὸ ἀνήσυχον φροντίδα λέγοντες, τί θὰ φάγωμεν ἢ τί θὰ πίωμεν ἢ τί θὰ περιβληθῶμεν ὡς ἔνδυμα;
32 πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων.
Διότι οἱ ἐθνικοὶ καὶ εἰδωλολάτραι, ποὺ ἀγνοοῦν ὁλοτελῶς τὰ ἀσυγκρίτου ἀξίας οὐράνια ἀγαθά, ζητοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ μάταια καὶ φθαρτά, ὡς τὰ μόνα σοβαρὰ καὶ ἀπαραίτητα. Σεῖς ὅμως μὴ ἀνησυχεῖτε δι’ αὐτά, διότι ὁ Πατήρ σας ὁ οὐράνιος γνωρίζει, ὅτι ἔχετε ἀνάγκην ἀπὸ ὅλα αὐτὰ καὶ συνεπῶς θὰ σᾶς τὰ δώσῃ αὐτός.
33 ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.
Ζητεῖτε δὲ πρωτίστως καὶ κυρίως τὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀπόκτησιν τῶν ἀρετῶν, ποὺ ὁ Θεὸς ζητεῖ ἀπὸ σᾶς ὡς ὅρον, διὰ νὰ σᾶς χαρίσῃ τὰ ἀγαθὰ ταῦτα, καὶ τότε ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπίγεια θὰ σᾶς δοθοῦν μαζὶ μὲ ἐκεῖνα.
34 Μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον· ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει τὰ ἑαυτῆς· ἀρκετὸν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς.
Μὴ κυριευθῆτε λοιπόν ἀπὸ ἀνήσυχον φροντίδα δι’ ὅσα ἐνδέχεται νὰ παρουσιασθοῦν κατὰ τὴν αὔριον. Διότι ἡ αὐριανὴ ἡμέρα θὰ φροντίσῃ δι’ ὅσα θὰ σᾶς συμβοῦν κατ’ αὐτήν. Ἀρκεῖ διὰ τὴν ἡμέραν ἡ ἰδική της σκοτούρα καὶ ταλαιπωρία.
Πηγή: Η Καινή Διαθήκη, Παναγιώτης Τρεμπέλας, εκδ. 1968, Αδελφότης Θεολόγων "Ο Σωτήρ"
