ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Από τα στιβανάδικα στο μέτωπο του πολέμου: Η άγνωστη διαδρομή της ιαχής «Αέρα!»

InShot_20261026_16404468..jpg

Η νεότερη πολεμική ιστορία της Ελλάδας είναι γεμάτη με ηρωικές πράξεις των απλών στρατιωτών, οι οποίοι και θυσιάζουν τη ζωή τους για την πατρίδα. Οι στρατιώτες, προερχόμενοι ως επί το πλείστον από τα λαϊκά στρώματα, ζούσαν καθημερινά μεταξύ τους, με τις όποιες διαφωνίες και ελλείψεις, και υπό αντίξοες καιρικές και υγιεινές συνθήκες, αλλά δρούσαν ενωμένοι κατά του κοινού εχθρού. Στη ζωή του μετώπου συνέβαιναν διάφορα επεισόδια, από τα οποία τα περισσότερα δεν έχουν καταγραφεί. Ένα, όμως, απ’ αυτά είναι το παρακάτω, που θα ‘χει μεγάλη επίδραση στη μετέπειτα πολεμική ιστορία και θα συμβάλλει στην ενθάρρυνση του στρατεύματος.

photo_01-56.webp
Λιθογραφία με Κρήτες αντάρτες, που φυλάσσουν διάβαση στα βουνά της Ηπείρου κατά το 1912. Στους αγώνες της εποχής στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και τα νησιά του Αιγαίου συμμετείχαν 77 εθελοντικά ανταρτικά κρητικά σώματα, εκτός του ανεξαρτήτου Συντάγματος Κρητών κ.λπ.

 

Πολύ καιρό ήθελα να γράψω γι’ αυτό. Αλλά νομίζω πως ήρθε η ώρα, με αφορμή το πρόσφατο συνέδριο με θέμα «Οι Στέρνες Ακρωτηρίου στο πέρασμα του χρόνου», που πραγματοποιήθηκε το Σαββατοκύριακο 3-4 Οκτωβρίου 2026. Αυτό το αναφέρω γιατί θα γίνει με το παρόν άρθρο η ανάδειξη ενός Στερνιανού στρατιώτη, του υποδεκανέα Δημητρίου Κλαράκη, ενός από τους δύο εμπλεκομένους του ασήμαντου, μα σημαντικού μετέπειτα, επεισοδίου. Σκοπός δεν είναι να καταγραφούν οι εκδοχές προέλευσης της ιαχής «Αέρα», αλλά να προβληθεί μία άλλη, πολύ πιθανή και αληθής, καθώς ο συγγραφέας συμμετείχε στις επιχειρήσεις στα ηπειρωτικά βουνά.
Με τίτλο Η Ιαχή «Αέρα» ο Αρχολέων αναφέρει το επεισόδιο: «Στα χιονοσκεπή βουνά του Σουλίου (κατά τον Δεκέμβριο 1912) συνέβη και το εξής αξιοσημείωτο γεγονός που επέδρασε κατόπιν σε ολόκληρο τον Ελληνικό Στρατό. Ο μικρός το δέμας αλλά μαχητής υποδεκανεύς Δημήτριος Κλαράκης από τις Στέρνες Ακρωτηρίου, διεπληκτίζετο με τον από τους Μαχαιρούς Αποκορώνου Μανούσο Βλαζάκη, ο οποίος λέγει από την ανθρακιά του, του πήρε κάρβουνα για ν’ ανάψει τη δική του και έτσι έσβησε η πρώτη, οπότε με ύβρεις και άλλες λέξεις ήλθαν στα χέρια και εγρονθοκοπανίζοντο, οπότε ο Κλαράκης ευρέθη χάμω όταν ο έτερος τον άφησε ελεύθερο αποχωρών από τη συμπλοκή, αλλ’ αυτός ανασηκωθείς επετέθη με νέα ορμή και μανία, όταν οι παρατυχόντες στρατιώτες άρχισαν να φωνάζουν με βροντερή φωνή «ΑΕΡΑ, θέλει ο καυγάς», τούτο επανέλαβε κατόπιν ολόκληρος ο 5ος, 6ος Λόχος και κατόπιν το 111 τάγμα με φωνές και χειροκροτήματα οσάκις έβλεπαν ένα από τους δράστες και έτσι κατέστη ο «Αέρας» πολεμική πλέον ιαχή καίτοι στην αρχή του επεισοδίου επενέβη ο λοχαγός Κορτζάς να μας καθησυχάσει.1»

Ο Αρχολέων στη συνέχεια κάνει μια επιτυχή και πειστική σύνδεση αυτού του επεισοδίου με τους στιβανάδες των Χανίων, οι οποίοι από μικρά περιστατικά και επεισόδια της καθημερινότητας έπαιρναν την αφορμή για μια νέα φράση ή λέξη, με σκωπτικό ή κωμικό περιεχόμενο. Αναφέρει και κάποιες χαρακτηριστικές ιστορίες, όπως το πέσιμο ενός μαξιλαρακιού μιας μεγαλοκυρίας, το ξεχαλινάρωμα του γαϊδουριού και την αποδοκιμασία προς τους μαλλιαρούς.
«Εν παρόδω δε ας σημειώσουμε ότι οι φωνές του επεισοδίου είχαν ως προηγούμενο τις φωνές των στιβανάδων (υποδηματοποιών) που όταν αναχωρήσαμε από τα Χανιά, λόγω σκώματος ή χαριεντισμού φώναζαν στους διαβαίνοντες την οδό στιβανάδικα «αμολαρέττα», αναμάζευέτα, ο «ξυπόλητος περνά» και τα γαϊδούρια έχουν μιλιά κ.λπ. ειρωνείες που έλεγαν για μερικές μεγαλοκυρίες που κατά την μόδα της εποχής εκείνης είχαν τοποθετήσει μαξιλαράκια για να φαίνονται οι στρογγυλότητες των οπισθίων τους, και από κάποια έπεσε στην οδό εκείνη το μαξιλαράκι για να γίνει περίγελως των θεατών, και να φωνάζει κάποιος από αυτούς «αμολαρέτα» και να τον μιμούνται κατόπιν οι ίδιοι οσάκις έβλεπαν ομοίως ενδεδυμένη «αμολαρέτα» δηλαδή να τα αφήσει και να φωνάζουν άλλοι ανταπαντώντες «αναμάζωξέτα» δηλαδή περισύλλεξέτα.
Αλλά και για το άλλο που φώναζαν τότε «τα γαϊδούρια έχουν μιλιά» ομιλούν, συνέβη το εξής για να έχουν πάλιν αυτήν την προσφώνηση. Κάποιος χωρικός είχε φορτώσει ξύλα και φρύγανα στο γαϊδουράκι του, για να τα πουλήσει και βγάλει και αυτός τον ημερήσιο άρτο του οπότε κάποιος πήγε και ενώ ο χωρικός διαλαλούσε το εμπόρευμά του, και αμέριμνος τραβούσε το γαϊδούρι του από τον χαλινό, κάποιος εξεχαλινάρωσε το γαϊδούρι και κρατών το σχοινί ακολουθούσε τον χωρικό, αλλά το γαϊδούρι αδέσποτο άρχισε να ογκάται και να γυρίσει ο χωρικός να δει το συμβάν και οι θεατές να του φωνάζουν την ως άνω φράση, αργότερα μάλιστα του έκαμαν και το εξής ποίημα

Και οι δύο σας οι γαϊδάροι – βγήκατε εις το παζάρι
και τα ξύλα διαλαλείτε – με παράδες τα πουλείτε
ν’ αγοράζετε σανό – να τον τρώτε και οι δυό.

Αλλά και γι’ εκείνους που λέγονταν τότε μαλλιαροί2 διότι δεν ομιλούσαν την καθαρεύουσα γλώσσα εν αντιθέσει με τους καθαρευουσιάνους τους φώναζαν χαριετιζόμενοι όταν διήρχοντο το δρόμο των στιβανάδων:

«Μαλλιαροί, Μαλλιαροί με την γλώσσα από μαλλί
ήτις δεν θ’ αφήνει το πιλάφι να πηγαίνει στο στομάχι,
μα αν τρώτε και τυρί, αλλοίμονόν σας πιο πολύ».

Και εδώ ας καμαρώσουμε και υπενθυμίσουμε την ιστορία της αιωνίας Ελλάδος, που πάντοτε με παρόμοια των ανωτέρω, με φωνές και εύθυμα χειροκροτήματα διεξήρχετο τα πάντα και με τέτοιο τρόπο δίκαζε ή αθώωνε τους υποδίκους στον Άρειο Πάγο, αλλά και οι μύριοι του Ξενοφώντος μετά τους πολέμους τους, με φωνές εξεπόρθησαν και κατέλαβαν την «θάλαττα, θάλαττα» το μεγάλο αυτό «Μπιζάνι» της εποχής εκείνης.
Αλλά και η Κρήτη τότε που μόλις είχε ελευθερωθεί και ιδίως η πόλη των Χανίων, αφού δεν είχε ούτε θέατρα, ούτε καραγκιόζη ούτε άλλο θέαμα, με τον αυτόν τρόπο γλέντιζε με χιούμορ με φωνές, μελωδίες και ποιήματα, αφού και οι έχοντες τα δι’ ίππων κινούμενα αμάξια όπως θα δούμε κατωτέρα με διάφορες ελκυστικές λέξεις προσεκάλουν την πελατεία τους και έτσι από όλα αυτά εγεννήθη και η ιαχή ΑΕΡΑ.3»
Για τα στιβανάδικα (σημερινή οδό Σκύδλωφ) μιλά και ο Δημοτάκης. Ακολούθως, δίνει μια δεύτερη εκδοχή του περιστατικού με τον γάιδαρο. «Την ονομασία «Στιβανάδικα» την πήρε ο δρόμος αυτός, εξ αιτίας που όλοι οι κατασκευαστές των Κρητικών Υποδημάτων (στιβανιών) είχαν τα μαγαζιά των σ’ αυτόν. Υπήρχαν εκεί κάπου μισή εκατοντάδα τέτοιων μαγαζιών, προς τ’ αριστερά ιδίως του δρόμου, όπως προχωρούμε, και μεταξύ αυτών και ολίγα Τερεζίδικα (Καταστήματα κατασκευής Κρητικών στολών). Σήμερο μόνο ένα τέτοιο μαγαζί σώζεται στο τέρμα του δρόμου στο Κρυό ― Βρυσάλι, των Μπαλαντίνων, και κατ’ εξαίρεση και το παπλωματάδικο του Μπάρμπα Μαθηού. Ο δρόμος αυτός, κατά κάποιο τρόπο, έγινε ονομαστός. Εκεί υπήρχε το Κριτήριο των καινοφανών ιδεών […]. Εργάζονταν συνηθέστατα με πολύ κέφι και τους διάκρινε λεπτό χιούμορ, ιδίως στις ομαδικές εκδηλώσεις των.
Υπήρχε, όπως είπαμε, στο δρόμο αυτό και ο μπάρμπα Μαθηός, ο Παπλωματάς, που μπορεί τα εργαλεία της τέχνης του να μην ήταν κατάλληλα για εκδηλώσεις, όμως δεν τούλειπε το χιούμορ, και η διάθεση να το εκδηλώνει εις βάρος των άλλων.
Έτσι κάποια μέρα περνούσε από το δρόμο του, κάποιος χωριανός μου, Κεραμειανός, φτωχός σαν όλους της περιφέρειάς του, και ταλαίπωρος, σέρνοντας το γάϊδαρό του από το χαλινάρι, που τον είχε φορτωμένο κλαδιά (χινοπόδια), για προσάναμμα, και από το ξεπούλημά των, έλπιζε ν’ αγοράσει κάνα – δυο καρβέλια, για το σπίτι του.
Το καρβέλι της οκάς, το φρέσκο, κάτασπρο, από αλεύρι τεσσάρι Μπραΐλας (Ρουμανίας) πουλιόταν 30 λεφτά.
Ξυπνημένος από τα βαθιά μεσάνυχτα ο φτωχός Κεραμειανός και περπατώντας στον κατσαβραχώδη δρόμο με τα τρύπια στιβάνια του τρεις ως τέσσερις ώρες, κουρασμένος και νυσταγμένος, περνούσε και από τα στιβανάδικα μήπως και ξεπουλούσε το εμπόρευμά του.
Ο Μπάρμπα Μαθηός, πήγε αθόρυβα πίσω από τον Κεραμειανό, ξεπέρασε το χαλινάρι από το κεφάλι του γαϊδάρου, το φόρεσε αυτός και «μέχρι τινός» ακολουθούσε πειθήνια. Πού και πού, στήλωνε τα πόδια, και ο αφεντικός, ανύποπτος, χωρίς να γυρίζει να κοιτάξει πίσω του, φώναζε στον υποτιθέμενο γάϊδαρό του. Ντέ . . . ε, διαόλου έχνος. Ντέ . . . έ. Ίντα διάλό παθες σήμερο; Ως που το σκάνδαλο ξέσπασε, και ο καθένας ας σχηματίσει με τη φαντασία του, το τι επακολούθησε.4»
Υπάρχει και μια τρίτη περιγραφή για το περιστατικό, πληρέστερη. Σ’ αυτήν αναφέρονται και άλλα στοιχεία για τον Μπάρμπα Μαθιό, μια αξιοπρόσεκτη φιγούρα της περιοχής, που αξίζει να περιληφθούν εδώ:
«Στὸ δρόμο τῶν στιβανάδικων, πρῶτος καὶ καλύτερος, τὸ πρῶτο τέταρτο τοῦ αἰῶνα μας, ἦταν ὁ μπάρμπα Μαθιός, ὁ παπλωματᾶς. Λιγνός, μᾶλλον ψηλός, περίφημος χορευτὴς καὶ καλὸς τραγουδιστής, ἦταν τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Καταγόμενος ἀπὸ τὸν Κεφαλᾶ τ’ Ἀποκορώνου, ὁ Μαθιὸς Παπαδάκις – ἔτσι λεγόταν – ἦταν θεῖος τοῦ ἀοίδιμου ἐπισκόπου Κισάμου καὶ Σελίνου Δωροθέου Κλωνάρη, ὁ ὁποῖος ὁσάκις ἐρχόταν στὰ Χανιὰ μὲ τὴ φοράδα του (τότε αὐτοκίνητα δὲν ὑπῆρχαν γιὰ νὰ κάνουν τὴν συγκοινωνία Καστελλιοῦ-Χανίων), κατέλυε στὸ παρὰ τὸν Τὸπ – χανᾶ σπίτι του, ὅπου γεμάτος περηφάνεια γιὰ τὸ μεγάλο καὶ σεβάσμιο συγγενῆ του, τοῦ ἐπιδαψίλευε ἡγεμονικὲς περιποιήσεις μὲ τὴ συμβία του, τὴ θειὰ Χατζίνα, τὴ γυναίκα ποὺ ἐπὶ 300 καὶ περισσότερες μέρες τὸν χρόνο, τρεφόταν μὲ σκέτα χόρτα καὶ ποὺ ἔφτασε, χάρη στὴ χορτοφαγία της αὐτὴ – ὅπως τουλάχιστο πίστευε –, δίχως ἀρρώστιες, τὰ 90 ὁλόκληρα χρόνια !
Ὁ μπάρμπα Μαθιὸς διακρινόταν γιὰ τὶς ὡραῖες ἀφηγήσεις του, καὶ ἂν καὶ δὲ δοκίμαζε καθόλου τὸ πιοτὸ ἦτο πάντα στὰ κέφια! Στὸ λεφτὸ τὸν βλέπανε χορεύοντας νὰ κάνῃ στριφτάλια καὶ μὲ τὸ μικρὸ κατσουνάκι, ποὺ ποτὲ δὲν ἀποχωριζόταν, νὰ κάνῃ πὼς παίζει τὴ λύρα, ἐνῷ μὲ ὡραῖες μαντινάδες κι’ εὐτράπελα τραγούδια νὰ συγκινῇ καὶ νὰ τέρπῃ τοὺς παρακολουθοῦντας. Ἦταν, ἀληθινά, ἀμίμητος!
Μιὰ ἀποκριὰ προμηθεύθηκε μιὰ μάσκα ποὺ ἀπεικόνιζε ἕνα ζωντανό. Τὴν φόρεσε, κι’ ἐνῶ περνοῦσε πρωί – πρωὶ ἕνας γέρος Κεραμειανὸς ἀπὸ τὸ παπλωματάδικό του, σέρνοντας ἕνα γαϊδοῦρι μὲ ξῦλα φορτωμένο, γιὰ νὰ τὰ πουλήσῃ, ἔσπευσε μὲ μεγάλη ἐπιτηδειότητα κοντά του. Κι’ ἀφοῦ σιγὰ-σιγά, δίχως νὰ γίνη ἀντιληπτὸς ἀπὸ τὸν χωρικό, ἔβγαλε τὰ χαλινάρια ἀπὸ τὸ γαϊδοῦρι, τὰ πέρασε πάνω ἀπὸ τὴ μάσκα του κι’ ἄρχισε ν’ ἀκολουθῇ τὸν Κεραμειανό. Ἔτσι ὁ Κεραμειανὸς ἔσερνε, δίχως νὰ τὸ ἀντιληφθῇ, τὸ μπάρμπα Μαθιό, ἀντὶ γιὰ τὸ γαϊδοῦρι! Τὸ τί ἔγινε ‘κείνη τὴ στιγμὴ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ περιγράψουμε. Ἄρχισαν ὅλοι τους οἱ στιβανάδες νὰ κτυπᾶνε, κατὰ τὴ γνωστὴ συνήθειά τους, τὰ σφυριά τους στὰ σίδερα ποὺ εἶχαν στὰ γόνατά τους πάνω, καὶ συγχρόνως νὰ κρατοῦν τὶς κοιλιές τους ἀπὸ τὰ γέλια. Ὁ Κεραμειανὸς ξυλᾶς δὲν ἤξερε ποῦ ν’ ἀποδώσῃ τὴν τόση εὐθυμία τῶν στιβανάδων τὴν μέρα ‘κείνη. Κύτταξε γιὰ μιὰ στιγμὴ τὴ μέση του, μήπως τοῦ εἶχε λυθῆ τὸ ζωνάρι του – φοροῦσε τὴ λεβέντικη Κρητικὴ φορεσιὰ – ἀλλὰ παρατήρησε πὼς ἦταν καλὰ ζωσμένος. Ὅμως δὲ ἄργησε νὰ λυθῇ ἡ ἀπορία του. Ὅταν ἔφτασε ‘κεῖ πού ‘ναι σήμερα τὸ δερματεμπορικὸ τοῦ κ. Γ. Κτιστάκι, ποὺ εἶχε ὡς φαίνεται ὁ μπάρμπα Μαθιὸς καθορίσει «ἐκ τῶν προτέρων» ὡς τὸ ἔσχατο σημεῖο ποὺ θὰ ἔθετε τέρμα στὴ σκηνή, σταματᾷ ἀπότομα.
– Νά, ψοῦ, νά, – φωνάζει ὁ γέρο Κεραμειανὸς ξυλᾶς, σέρνοντας τὸ χαλινάρι, ποὺ εἶχε περάσει πάνω ἀπὸ τὴ μάσκα του ὁ μπάρμπα Μαθιός.
Ἀλλ’ ὁ μπάρμπα Μαθιός, σκασμένος στὰ γέλια, δὲν τὸ κουνοῦσε ροῦπι, παρ’ ὅλη τὴ δύναμη ποὺ ἔβαζε, σέρνοντάς τον πρὸς τὰ ὀπίσω, ὁπότε βλέποντας ἀντὶ τοῦ γαϊδουριοῦ του, ποὺ εἶχε μείνει κἄπου 50 μέτρα πίσω, πὼς ἔσερνε τὸ μπάρμπα Μαθιό, ἄρχισε νὰ σταυροκοπιέται, ἐνῷ ὅλος ὁ ἐργαζόμενος κόσμος τῶν στιβανάδικων, «σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις», εἶχε βγῇ, στὸ μεταξύ, ἔξω ἀπὸ τὰ μαγαζιά του, καὶ διασκέδαζε μὲ τὴν πρωτότυπη αὐτὴ σκηνή!5»
Όπως φαίνεται, το περιστατικό με τον μπάρμπα Μαθιό κατέστη παροιμιώδες και γνωστότερο απ’ όλα, όσο και η αντιπάθεια για το μαλλιαρισμό. Γι’ αυτό και υπάρχουν οι παραπάνω τρεις καταγραφές τους. Αυτά παρατίθενται για την κατανόηση του περάσματος μιας ιστορίας στην τοπική ιστορία και μνήμη. Για τα στιβανάδικα μπορούν να γραφούν πολλά ακόμη, όμως η ροή κλείνει τον παραλληλισμό και μας επιστρέφει στο αντικείμενο του άρθρου.

Η ιαχή «Αέρα» στους βαλκανικούς πολέμους
και την Βόρειο Ήπειρο (1912-1914)

Ο Αρχολέων αναφέρεται και άλλες δύο φορές στην ιαχή «Αέρα» κατά τους βαλκανικούς πολέμους και έπειτα. Ακόμη και σ’ ένα αστείο περιστατικό, που πραγματοποίησε σ’ ένα μιναρέ, κάνοντας τον ιμάμη, οι στρατιώτες του φωνάζανε αυτήν την ιαχή: «Προχωρούντες εισήλθαμε στο Αργυρόκαστρο και με ένοπλο προσκλητήριο υψώσαμε τη σημαία του Σ)τος στο φρούριο. Η πόλη είναι κτισμένη επί 4 απότομων λόφων. Στο εκεί πάλιν υπάρχον άλλο τζαμί οι στρατιώτες νόμιζαν ότι θα εύρουν Χοτζάδες με χρυσά νομίσματα και άρχισαν να εισέρχονται, αλλ’ ούτε Ιμάμης ούτε καν Μωαμεθανός ήταν εντός, όταν άρχισαν να ανεβαίνουν και στον Μιναρέ και να βεβαιώνουν κατόπιν ότι είδαν την πόλη με τα ωραία περίχωρά της και να αρχίσουν και μερικοί αξιωματικοί να ανέρχονται, οπότε και εγώ τους μιμήθηκα και μέτρησα 90 σκαλοπάθια ανόδου, σκεπτόμενος εν τω μεταξύ, τί να πράξω για να είμαι πλέον εντυπωσιακός στο προσωρινό τούτο τρελλοκομείο, έβγαλα τις γκαίτες των περικνημίδων μου, τις έδεσα σαρίκι στο κεφάλι μου και εξήλθα την άνωθεν πόρτα του μιναρέ ψάλλων σαν Χότζας το Αλάχ ― Μπιλαλάχ κ.λπ. Το τί έγινε από τους κάτωθι στρατιώτες είναι ανώτερο πάσης περιγραφής γέλωτες, χειροκροτήματα, φωνές και ιαχές ΑΕΡΑ και τέλος να θέσουν φρουρούς και κλείσουν την κάτω θύρα και να είμαι φυλακισμένος πλέον των 5 ωρών, νηστικός, με δριμύτατο ψύχος να θρηνώ δυνατά και να ζητώ βοήθεια, τη στιγμή που και οι ίδιοι οι φίλοι μου του αυτού αντισκήνου μου φώναζαν ότι δεν θα με αφήνουν να εισέρχομαι στο αντίσκηνο που είναι ιερότερο του τζαμιού, αν δεν πλύνω πρότερον τα πόδια μου ενώ από της αρχής του πολέμου πάντοτε κοιμόμαστε εντός του αντισκήνου φορούντες τη χλαίνη και τα άρβυλά μας.6»
Και λίγο παρακάτω, αναφέρεται η απόσυρση των ελληνικών στρατευμάτων προς το εσωτερικό της Ηπείρου (15 Φεβρουαρίου 1914), στα Ιωάννινα, ενώ στις 18 του μηνός άρχισε επίσημα με προκήρυξη της Συντακτικής Συνέλευσης στο Αργυρόκαστρο ο αγώνας για την ανεξαρτησία της Βορείου Ηπείρου και την ένωση με την Ελλάδα, που είχε άδοξο τέλος. Το Φεβρουάριο η Κορυτσά βρίσκεται ακόμη σε εθνικό ενθουσιασμό και οργανώνεται ακόμη γυναικείο σώμα. Εδώ δημοσιεύονται και δύο τραγούδια της εποχής, όπου στην απάντηση οι γυναίκες ψάλλουν: «Άδικα πάν’ οι μάχες Σας και οι φωνές ΑΕΡΑ τον Τούρκο κι’ αν εδιώξατε με Κρητική φλογέρα.», όπου αποδεικνύεται άλλη μια φορά ότι λεγόταν ήδη στους βαλκανικούς πολέμους η ιαχή, και κυρίως από τους Κρητικούς. Παραθέτω το απόσπασμα του Αρχολέου:
«Δυστυχώς όμως λόγω του ψύχους και της υγρασίας του Φεβρουαρίου (1914) κρυολόγησα με 40 και πλέον πυρετό, παρουσιάσθη πλευρίτιδα, βρογχοπνευμονία με εμετούς, φοβεροί ρευματισμοί των ώμων, των γονάτων και κατέληξα στο Νοσοκομείο όπου ταλαιπωρηθείς και απηυδήσας από τους πόνους και μη δυνάμενος να σηκωθώ της κλίνης ούτε να κοιμηθώ, προτιμούσα το μοιραίο για να με ακούσουν να παραληρώ οι νοσοκόμοι και ιατροί και να έρχονται να με παρηγορούν και να μου λέγουν ότι θα γίνω καλά και υγιής θα εξέλθω στην πόλη να δω και ακούσω τους στρατιώτες μου, να τραγουδούν, να χορεύουν και να γλεντούν με τα κορίτσια της πόλη και να τους λέγουν ότι από το όνομά τους «κορίτσια» εδόθη και το όνομα της πόλης Κορυτσά, και να μου δώσει ένας νοσοκόμος και τα ως κάτωθι δύο ποιήματα τα οποία οι ποιητές πάλιν από τους στρατιώτες μας είχαν ετοιμάσει και εψάλλοντο ανησύχως σε όλη την πόλη της οποίας την τύχη σχεδίαζε και κανόνιζε η Επιτροπή να παραμείνει στην Αλβανία. Το πρώτο ποίημα είχε ως εξής:

Εδώ προς δόξαν τσ’ Αθηνάς την χάρη τσ’ Αφροδίτης
οι δυο θεές μας έφεραν ‘πό το νησί της Κρήτης
Και περήφανα καμαρωτά
η Κρήτη εις την Κορυτσά
τους εχθρούς της πάντα θα κλωτσά
Έχετε θάρρος κόρες μας ωραία μας κορίτσια
που τ’ όνομά σας δώσατε στην πόλιν σας περίσσια
Εσάς δεν θα αφήσωμεν σ’ αλλόφυλη αγκάλη
κι’ ας το αποφασίσανε τσ’ Ευρώπης οι μεγάλοι.
Παντοτεινά θα είσαστε μ’ Ελλάδα ηνωμένες
και με στεφάνια ‘πό ανθούς πάντα στεφανωμένες.
Κι’ αυτοί που σας πουλήσανε ας βάλλουνε φεσάκια
μα ‘μείς πάλιν θα πιάσωμεν τα ένδοξα μαλιγχεράκια.
Κι’ ας έλθει η επιτροπή με το χονδρό και κούφιο το κεφάλι
να δώσει και την Κορυτσά σε βάρβαρη αγκάλη
την Ήπειρο την Κορυτσά τσοι γνήσιες Ελληνίδες
δεν θα αφήσωμεν ποτέ σε ξενικές παγίδες
Ελλάς είν’ η μητέρα των και θέλουν την Ελλάδα
όπου τον κόσμο φώτισαν διδάγματα μεγάλα.

Βον ποίημα σε ανταπάντηση του Αου ψαλλόμενου από τα κορίτσια.

Κρήτες λεβέντες ξακουστοί, όμορφα παλληκάρια
βέβαια μας πουλήσανε στ’ άγρια λιοντάρια.
Άδικα πάν οι μάχες Σας και οι φωνές Α Ε Ρ Α
τον Τούρκο κι’ αν εδιώξατε με Κρητική φλογέρα.
Τώρα θα μας σκλαβώσουνε εις τους Αρβανιτάδες
το μήνυμα εφέρανε τσ’ Ευρώπης οι Χοτζάδες.
Μας λένε θα μας πάρουνε πέρα στο Ελβασάνι
και νύμφες θα μας δώσουνε στο βάρβαρο Χασάνη.
Ζωστείτε πάλιν τ’ άρματα πάρετε τα σπαθιά Σας
να δείξετε στους Αλβανούς ποιά είν’ η ανδρειά Σας
Έχωμεν θάρρος Κρητικοί σε Σας θα κρεμασθούμε
να φέρωμεν την ένωση ή όλες θα χαθούμε.
Παντοτεινά θα είμεθα μ’ Ελλάδα ηνωμένες
και με εσάς τους Κρητικούς πάντα στεφανωμένες.

Και πράγματι τα τραγούδια ταύτα έγιναν αφορμή να καταρτισθεί κατόπιν σώμα από 60 γυναίκες της Κορυτσάς για να βοηθήσουν την επανάσταση της Ηπείρου.7»

Η ιαχή «Αέρα» στο Μακεδονικό μέτωπο (μάχες Σκρα) κατά τον Α΄ Π.Π. (1917-1918)

Κατά τον Απρίλιο και Μάιο του 1917 συμμετείχε ενεργά η μεραρχία Σερρών του στρατού της Εθνικής Άμυνας στις μάχες του Μακεδονικού μετώπου. Στις 23 Απριλίου 1917 «ἐπετέθη κατὰ τοῦ Σκρᾶ ντὶ Λέγκεν τὸ ὑπὸ τὸν Παντελῆ Καρασεβδᾶν 2ον τάγμα τοῦ 3ου συντάγματος πεζικοῦ τῆς μεραρχίας Σερρῶν, ἕνας λόχος Ἑλλήνων παλαιμάχων τοῦ Δυτικ. Μετώπου καὶ τῶν Δαρδανελλίων μὲ τοὺς γενναίους ὑπολοχαγοὺς Παῦλον Γύπαρην καὶ Ν. Ζερβόν, καθὼς καὶ ἕνα γαλλικὸν τάγμα ἀλπινιστῶν, ὑποστηριζόμενα θαυμασίως ἀπὸ τὴν ὀρειβατικὴν μοῖραν τοῦ Λουκᾶ Σακελλαροπούλου μὲ τὰς πυρ)ρχίας Χ. Ἀβραμίδη καὶ Κ. Ματάλα καὶ μερικὰς γαλλικὰς πυροβολαρχίας, ποὺ ἔκαμαν προπαρασκευαστικὴν βολὴν ἀπὸ τῆς 20ῆς Ἀπριλίου.»
Στις 24 Απριλίου 1917 «ἐπιτίθεται κατὰ τοῦ ὠχυρωμένου λόφου «Ντρομανταίρ» τὸ 3ον τάγμα τοῦ 2ου συντάγματος Σερρῶν, μὲ διοικητὴν τὸν ἡρωϊκὸν λοχαγὸν Κ. Τσάκαλον. […] Κατὰ τὸν ἴδιον χρόνον εἰς παραπλεύρως τομέα ― τὸ συγκρότημα λόφων «Πιτὸν Μπλάν» καὶ «Μπομπαρντέ», ἀναφέρω τὰ σημεῖα μὲ τὴν ὀνοματολογίαν ποὺ ἐχρησιμοποιοῦσεν ἡ συμμαχικὴ διοίκησις ― ἐθρηνήσαμεν τὴν ἀπώλειαν ἑνὸς ἄλλου ἥρωος, ἀνθυπολοχαγοῦ Καργάκου […]. Ὁ Καργᾶκος ἀνῆκεν εἰς τὴν δύναμιν τοῦ τάγματος Παλλίδη (2ου πεζικοῦ Σερρῶν). Εἰς τὸ τάγμα αὐτὸ ἀνετέθη ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ λόφου «Μπομπαρντέ» […]. Τὸ ἑλληνικὸν τάγμα ἐπέτυχε ταχύτατα τὸν ἀντικειμενικόν του σκοπόν. Οἱ φαντάροι μας ἐχρησιμοποίησαν μόνον ξιφολόγχη καὶ χειροβομβίδας καὶ εἰς μίαν θυελλώδη ἐξόρμησιν ― ἀντεβόησαν οἱ χαράδρες ἀπὸ τοὺς ἀλαλαγμούς τοῦ ἀθανάτου «ἀέρα» ― ἔγιναν ἀμέσως κύριοι τῶν ὑψωμάτων. Τίποτε δὲν μπόρεσε ν’ ἀντισταθῇ εἰς τὴν ὁρμήν των καὶ ὅταν σὲ λίγο οἱ Βούλγαροι ἐνισχύθησαν καὶ ἐπεχείρησαν ν’ ἀντεπιτεθοῦν, οἱ στρατιῶται μας μὲ τὴν δραστικὴν ὑποστήριξιν τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τὴν ταχεῖαν ἐγκατάστασιν ἑτοίμων συρματοπλεγμάτων Ἀριμπὰ ἀπέκρουσαν ὅλας τὰς ἐξορμήσεις τοῦ λυσσῶντος ἐχθροῦ. Τότε ἀκριβῶς εἰς μίαν σύγκρουσιν σῶμα μὲ σῶμα ἔπεσεν ὁ Καργᾶκος. […] Ὅπως καὶ σήμερα ὅμως, ἔτσι καὶ εἰς τὰ 1916―18 τὰ παιδιὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τιμοῦσαν τὰ ὅπλα ποὺ τοὺς εἶχε ἐμπιστευθῆ ἡ ἑλληνικὴ Πατρίδα.8»
Αλλά ξανάγινε μάχη μεγαλύτερη αυτήν την φορά στην περιοχή του Σκρα, η οποία έλαβε χώρα κατά τις 17)30 Μαΐου 1918. Παρατίθενται οι δυνάμεις, για να καταλάβει κανείς το μέγεθος των εχθρικών στρατοπέδων. Ο εχθρός διέθετε «τρία συντάγματα βουλγαρικοῦ πεζικοῦ (τὰ 9ον 49ον καὶ 54ον) καὶ ἰσχυρὰς ἐφεδρείας, ποὺ ὅμως μὲ τὴν ραγδαιοτάτην ἐξέλιξιν ποὺ προσέλαβεν ὁ ἀγὼν δὲν κατώρθωσαν οὔτε νὰ μετακινηθοῦν. Κάθε σύνταγμα τῶν Βουλγάρων διέθετε ἐπιπλέον τρεῖς λόχους πολυβόλων καὶ ἕνα λόχον τορπιλλο-βλητικῶν μηχανημάτων (8 μηχανήματα). […] ὁ ἐχθρὸς παρέτασσε 248 πυροβόλα καὶ βομβοβόλα, δύναμιν πυρὸς διόλου εὐκαταφρόνητον. Ἡ δύναμις αὐτὴ τοῦ πυροβολικοῦ ἦτο ἐξαιρετικῆς πυκνότητος, ἴσην μὲ τὴν τῶν κυριωτέρων τομέων ἐπιθέσεως τοῦ Δυτικοῦ μετώπου.
Ἀπέναντι εἰς τὸν ἐχθρικὸν αὐτὸν ὄγκον διετέθησαν διὰ τὴν ἐπίθεσιν ἐναντίον τοῦ Σκρᾶ αἱ ἑξῆς συγκεκριμένως ἑλληνικαὶ καὶ συμμαχικαὶ δυνάμεις: Πρῶτον τὸ 5ον σύνταγμα πεζικοῦ μεραρχίας Ἀρχιπελάγους (διοικητὴς Ε. Τσιμικάλης), τὸ 6ον σύνταγμα πεζικοῦ τῆς ἰδίας μεραρχίας μὲ διοικητὴν τὸν Κ. Ἐξαρχάκην, τὸ 1ον σύνταγμα πεζικοῦ τῆς μεραρχίας Σερρῶν ὑπὸ τὸν Κονδύλην καὶ τὸ 1ον σύνταγμα R.M.A. (σύνταγμα Ἀφρικανῶν Κυνηγῶν – Ζουάβων) γαλλικόν, μὲ ἕνα λόχον φλογοβόλων, ποὺ ἀποτελοῦσε τὴν ἐφεδρείαν. Τὴν γενικὴν ἐφεδρείαν συνέθεταν δύο τάγματα τοῦ 45ου γαλλικοῦ συντάγματος πεζικοῦ καὶ ἕνας λόχος Λεγεῶνος τῶν Ξένων, μιὰ διλοχία ἑλλην. μηχανικοῦ (Ι. Γρηγοράκη) καθὼς καὶ δύο λόχοι πολυβόλων.
Πρὸς ὑποβοήθησιν ὅμως τῆς διεξαγωγῆς τῆς κυρίας κατὰ τοῦ Σκρᾶ ἐπιθέσεως ἐχρησιμοποιήθησαν μονάδες διὰ ταυτοχρόνους δευτερευούσης φύσεως ἐπιθέσεις. Οὕτω δυτικῶς τοῦ Σκρᾶ κατὰ τῆς θέσεως Μπλόκ Ροσὲ διετέθη τάγμα πεζικοῦ (Β. Ἀναγνώστου) τοῦ 2ου συντάγματος πεζικοῦ μεραρχίας Σερρῶν (Χ. Τσερούλη). Ἀνατολικῶς τοῦ Σκρᾶ κατὰ τῶν ὠχυρωμένων θέσεων Μπός, Μποσέτ, Μπρές καὶ Λαντίγ ἐκινήθη τὸ 7ον σύνταγμα πεζικοῦ τῆς μεραρχίας Κρήτης ὑπὸ τὸν Γαρδίκαν μὲ διοικητὰς ταγμάτων τοὺς Τσιμπουράκην, Ι. Ἀλεξάκην καὶ Τζανακάκην καθὼς καὶ τὸ τάγμα Βλαστοῦ τοῦ 8ου συντάγματος πεζικοῦ μεραρχίας Κρήτης. Τὴν ἐπίθεσιν, ἐξ ἄλλου, ὑπεστήριζεν ἰσχυρότατον πυροβολικὸν ἑλληνικόν, γαλλικὸν καὶ ἀγγλικὸν. […] αἱ ἑλληνικαὶ δυνάμεις ποὺ θὰ ἐξορμοῦσαν κατὰ τοῦ Σκρᾶ εἶχαν προστασίαν καὶ ἐνίσχυσιν ἀπὸ 244 πυροβόλα ὅλων τῶν διαμετρημάτων. Ἡ πυκνότης τοῦ πυροβολικοῦ ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τὸ ἀνάπτυγμα τοῦ μετώπου ἐπιθέσεως ἦταν ― σημειώσατε ― πρωτοφανὴς διὰ τὸ βαλκανικὸν μέτωπον.9»
Την μάχη περιγράφει όχι ο ίδιος ο λοχαγός τότε Δ. Βακάς, στην οποία συμμετείχε (αναφέρει γεγονότα έπειτα), αλλά ένας Γάλλος δημοσιογράφος, ο οποίος αναφέρει την πίστη των Ελλήνων (έκαναν πριν ξεκινήσουν τον σταυρό τους) και την ενθουσιώδη εξὀρμηση με την ιαχή «Αέρα»! Γι’ αυτό και νίκησαν και θυσιάστηκαν. «Ἀλλ’ ἂς δώσω καλύτερα τὸν λόγο εἰς ἕνα αὐτόπτην Γάλλον δημοσιογράφον, ὁ ὁποῖος μὲ «ξένο μάτι» παρηκολούθησε τὴν ἐπικὴν τιτανομαχίαν καὶ περιέγραψε τὸν θρίαμβον τοῦ Σκρᾶ εἰς τὴν «Ἰλουστρασιόν» τῆς 5ης Ὀκτωβρίου 191710. […] Περιγράφει, λοιπόν ὁ Γάλλος αὐτόπτης τὴν θυελλώδη ἐξόρμησιν τῶν φαντάρων μας ὡς ἑξῆς:
«Τέλος ἡ μεγάλη ἡμέρα ἐξημέρωνε. Τὴν προσδιορισθεῖσαν ὥραν 4.55 τῆς 17)30 Μαΐου μιᾶς μελαγχολικῆς συννεφιασμένης πρωΐας εἴδαμε τοὺς Ἕλληνας στρατιώτας νὰ πηδοῦν ἀπὸ τὰ χαρακώματά τους. Ἦταν κάτι τὸ ἐκτάκτως συγκινητικόν : Ὅλοι οἱ ἄνδρες ἔκαναν τὸν σταυρό τους καὶ ἐξωρμοῦσαν φωνάζοντας «Ἀέρα». Κινητὸς φραγμὸς πυροβολικοῦ, τοῦ ὁποίου ὁ ρυθμὸς καὶ ἡ κίνησις εἶχαν ἐπιμελῶς καθορισθῇ, συνώδευε προηγούμενος τοῦ ἐπιτιθεμένου φιλίου πεζικοῦ.
»Παρὰ τὸν ἰσχυρὸν φραγμὸν τοῦ ἐχθρικοῦ πυροβολικοῦ οἱ Ἕλληνες πηδοῦν, διασχίζουν τὸν φραγμὸν πυρὸς καὶ σιδήρου τοῦ ἐχθροῦ καὶ μετὰ δέκα μόλις λεπτὰ τῆς ὥρας ὑψοῦται πρὸς τὸν οὐρανὸν ἡ πρώτη λευκὴ φωτοβολὶς τῆς νίκης ποὺ ἐσήμαινεν: «Ἀντικειμενικὸς σκοπὸς ἐπετεύχθη».
»Ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς, ἀπὸ λεπτοῦ εἰς λεπτὸν αἱ λευκαὶ φωτοβολίδαι, αἱ ἑρματισμένοι φάκελλοι τῶν ἀεροπλάνων, τὰ τηλεφωνήματα, διαδέχονται τὸ ἕν τὸ ἄλλο. Εἰς διάστημα ἡμισείας ὥρας ὅλοι οἱ πρῶτοι ἀντικειμενικοὶ σκοποὶ ἐπετεύχθησαν μὲ ἀσυγκράτητον καὶ ἀπερίγραπτον ὁρμήν. Ἀλλὰ οἱ Ἕλληνες δὲν σταματοῦν. Τὰ στρατεύματά των μεθυσμένα ἀπὸ τὴν νίκην ἐξακολουθοῦν τὴν προέλασίν των, ἐπεκτείνουν τὴν ἐπιτυχίαν, κυριεύουν διαδοχικῶς τὰ ἀπόρθητα διὰ ὅλον τὸν Στρατὸν τῆς Ἀνατολῆς ὀχυρωματικὰ ἔργα Οὐβράζ―μπλάν, Καντριλατέρ, Τούμουλους, Πιτόν Ντενυντέ, Σέρφ―βολὰν, Καγιοῦ ― μπλάν, Μπός, Μποσέτ, Λαντίγ κλπ.
» Ὅλα ἀφάνταστα ὠχυρωμένα φρούρια, ὅπου οἱ Ἕλληνες αἰφνιδιάζουν ἐντὸς καταφυγίων ποὺ ἦσαν ἐσκαμμένα μέσα σὲ βράχους εἰς βάθος 10 μέτρων, τὰς βουλγαρικὰς φρουράς. Αἱ ἐχθρικαὶ μονάδες εἶχαν πτοηθῇ ἀπὸ τὸν προηγηθέντα καταιγιστικὸν βομβαρδισμὸν καὶ κατάπληκτες ἀπὸ τὴν αἰφνιδίαν ἐμφάνισιν τῶν Ἑλλήνων πεζῶν, πετοῦσαν πιὰ τὰ ὅπλα καὶ παρεδίδοντο ἀθρόως.
» Προεβλέποντο 700―800 αἰχμάλωτοι καὶ ἡ πρόχειρος πρώτη ἀπαρίθμησις παρουσιάζει εὐθὺς 600 κατόπιν ἀμέσως 800, 1000, 1500, 2000, 2700 ποὺ εἰς μακρὰς σειρὰς ὡδηγοῦντο εἰς τὰ μετόπισθεν. Ἔτσι πολὺ γρήγορα κατορθώνεται νὰ ἀνασυγκροτηθῇ ἐντὸς τοῦ στρατοπέδου τῶν αἰχμαλώτων ἕνα ὁλόκληρον βουλγαρικὸν σύνταγμα πεζικοῦ μὲ τὰ στελέχη τῶν διμοιριῶν καὶ ἐνωμοτιῶν του πλήρη.
» Αἱ ἀπώλειαι τῶν Ἑλλήνων ἀνῆλθον εἰς 700 νεκρούς, ἐκ τῶν ὁποίων 60 ἀξιωματικοὶ καὶ 1400 τραυματίας.11»
Αλλά και ο Τζεϊράνης είχε συμμετάσχει στη μεγάλη εξόρμηση και αναφέρει τα εξής: «Η παραμονή μας εις τους άνω τομείς εναλλάξ κατά μήνα διήρκεσεν μέχρι τον Απρίλιο 1918, οπότε το 7ο Συν)μα Κρητών εγύρισε όπισθεν μιας ώρας πορείας εις χαράδρα «Πριγερή». Εκεί τούτο εξεπαιδεύθη επί εδάφους ομοίου του εδάφους που θα εγένετο η εξόρμηση.
Την 16 Μαΐου 1918 νυκτοπορούντες εφθάσαμεν εις απόσταση 500 μέτρων των Βουλγαρικών συρματοπλεγμάτων. Το πυροβολικό μας, καθώς και το Γαλλικό και Αγγλικό, έβαλε επί 24ωρο και το έδαφος είχε ανασκαφεί πιθαμή προς πιθαμή. Την επομένη πρωΐα 17 Μαΐου 1918 ημέρα Πέμπτη έρποντες είχαμε φθάσει πλησίον των εχθρικών συρματοπλεγμάτων τα οποία ουσιαστικώς δεν υπήρχαν, διότι το συμμαχικό πυροβολικό τα είχε σκορπίσει.
Αίφνης μια χιλιόστομος ιαχή ηκούσθη Α Α ε. ε. ε. ε. ε. ε. ε. ε. ρα.
Οι Βούλγαροι όσοι δεν είχαν φονευθεί, είχαν τραβηχθεί στις έδρες διμοιριών και είχαν κρυφθεί στο βάθος των αμπριών (στοών). Οι περισσότεροι υψώνοντας τας χείρας των παρεδίδοντο και οι μη παραδοθέντες φονεύονταν. Σε διάστημα μιας ώρας τα νομιζόμενα απόρθητα «Σκρα Ντε λέγιν», «Μπος Μπόσετ» και «λόφος Θανάτου» είχαν κυριευθεί από τους Έλληνες μαχητές.
Ο Αρχηγός των ανατολικών στρατευμάτων Γκιγιωμά διά ημερησίας διαταγής του έπλεξε το εγκώμιο του Στρατού της Εθνικής Αμύνης, διότι καθώς προέβλεπε θα ήταν ο συντελεστής όχι μόνον της κατάρρευσης του ανατολικού μετώπου αλλά και του Δυτικού.
Το σύνταγμά μας είχε αρκετές απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες. […] Το καταληφθέν έδαφος εφρουρήσαμε έως τον Αύγουστο 1918, όπου ήλθε το 9ο Συν)μα και μας αντικατέστησε.12»

Επίλογος

Οι παραπάνω μαρτυρίες δεν είναι και τόσο γνωστές και αναδεικνύουν την προϊστορία της ιαχής «Αέρα» στις περιοχές που πρωτοδημιουργήθηκε και υιοθετήθηκε από τον ελληνικό στρατό, και κυρίως τους Κρητικούς, και που επρόκειτο να επαναληφθεί (στην Ήπειρο) κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-1941. Είναι όλες αυθεντικές, καθώς οι συγγραφείς συμμετείχανε στα εκάστοτε μέτωπα του πολέμου και τα ζήσανε. Αναδεικνύουν τον ενθουσιασμό του ελληνικού λαού, την ευφυΐα, τη δημιουργικότητα (όσον αφορά τις ιαχές, τα θεατρικά-κωμικά δρώμενα και τα τραγούδια), το υψηλό ηθικό, που είχε, τη διάθεση για αστεία μέσα στις τραγικές καταστάσεις του πολέμου, την ορμή του κατά του εχθρού και πάνω από όλα την αυτοθυσία του, καθώς ο στρατιώτης και ο αξιωματικός δε φοβόταν να δώσει τη ζωή του στο πεδίο της μάχης υπέρ πίστεως και πατρίδος. Έτσι, κατάφερε να φέρει τις μεγάλες νίκες τότε (1912-1914, 1917-1918), όπως και αργότερα, 1940-1941. Μόνο όταν ο ελληνικός λαός είναι ενωμένος είναι ικανός να μεγαλουργήσει και προοδεύσει.

* Ο Στυλιανός Κων. Σταφυλαράκης, είναι πτυχιούχος Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης

Βιβλιογραφία

1) Κωνσταντίνου Αρτεμίου Αρχολέων, «Ιστορικαί Αναμνήσεις», Χανιά 1971.
2) Αντιστρατήγου Δημητρίου Βακά, «Η Μεγάλη Ελλάς. Ο Ελ. Κ. Βενιζέλος, πολεμικός ηγέτης», έκδοση συμπληρωμένη, Αθήναι 1964.
3) Στυλιανού Δημ. Τζεϊράνη, «Δράπανος», Χανιά 1971 (ανατύπωση 1938).
4) Γεωργίου Δημοτάκη, «Χανιά, στο πέρασμα του χρόνου», Αθήναι 1969.
5) Μίνω Ζ. Νικολακάκι, «Παλιά Χανιά», Αθήναι 1961.

1 Κωνσταντίνου Αρτεμίου Αρχολέων, «Ιστορικαί Αναμνήσεις», Χανιά 1971, σελ. 46-47.
2 Γράφει και ο Νικολακάκης (σ. 31-32) για τους στιβανάδες του 1909. «Τὰ παλιὰ χρόνια, τὰ χρόνια τοῦ μπερεκετιοῦ, οἱ στιβανάδες τῶν Χανιῶν, ἦταν τὰ ζωηρότερα στοιχεῖα τοῦ τόπου. Γιὰ τοῦτο οἱ ἐπαγγελματίες αὐτοί, σὲ κάθε πολιτικὸ ἢ κοινωνικὸ ζήτημα, ἔπαιρναν θέση καὶ πρωτοβουλία. Οἱ παλιότεροι Χανιῶτες θὰ θυμοῦνται τὸ τί ἔγινε μὲ τὸ γλωσσικὸ ζήτημα στὸν πολυσύχναστο δρόμο τῶν στιβανάδων, τὸ 1909.» Μιλά για το σύλλογο για την εθνική γλώσσα, το «Σολωμό», που είχε ιδρυθεί το ίδιο έτος από την προοδευτική νεολαία του τόπου. Αλλά οι στιβανάδες εναντιώθηκαν στους «μαλλιαρούς», τους δημοτικιστές, οπότε και ο «Σολωμός» διαλύθηκε γρήγορα. Και ο Δημοτάκης αναφέρει για την εποχή και τον μαλλιαρισμό. Αλλά η ιστορία δεν είναι σχετική με το παρόν άρθρο.
3 Αρχολέων, ό.π., σελ. 47-48.
4 Γεωργίου Δημοτάκη, «Χανιά, στο πέρασμα του χρόνου», Αθήναι 1969, σελ. 26-28.
5 Μίνω Ζ. Νικολακάκι, «Παλιά Χανιά», Αθήναι 1961, σελ. 34-35.
6 Αρχολέων, ό.π., σελ. 91-92
7 Αρχολέων, ό.π., σελ. 110-111.
8 Αντιστρατήγου Δημητρίου Βακά, «Η Μεγάλη Ελλάς. Ο Ελ. Κ. Βενιζέλος, πολεμικός ηγέτης», έκδοση συμπληρωμένη, Αθήναι 1964, σελ. 124-125.
9 Βακάς, ό.π., σελ. 159-160.
10 τυπογραφικό λάθος, εννοεί 1918.
11 Βακάς, ό.π., σελ. 161-163
12 Στυλιανού Δημ. Τζεϊράνη, «Δράπανος», Χανιά 1971 (ανατύπωση 1938), σελ. 33-34.

 

Πηγή: haniotika-nea.gr