ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦAΛΙΣΗ

Ασφαλίσεις υγείας: Η δικαίωση του ΙΟΒΕ από την ΕΛΣΤΑΤ και την Αρχή Προστασίας του Καταναλωτή

shutterstock_2683838553.jpg

Εδώ και τρία χρόνια μετράμε, ξαναμετράμε και ανακαλύπτουμε κάθε φορά περίπου το ίδιο πράγμα: ότι οι αυξήσεις στα μακροχρόνια ασφαλιστήρια υγείας κινούνται γύρω από ένα επίπεδο που κανείς δεν θέλει να πει καθαρά ότι αποτελεί τη νέα κανονικότητα. Πρώτα ήταν ο δείκτης του ΙΟΒΕ, ο οποίος αμφισβητήθηκε γιατί προέρχονταν από «ιδιωτικό» φορεά. Μετά ήρθε η ΕΛΣΤΑΤ, ένας «κρατικός» φορέας για να βάλει τάξη. Τώρα έρχεται και η Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή (ΑΑΕΑ&ΠΚ) για να δείξει ότι, παρά τη μεγάλη πολιτική και επικοινωνιακή φασαρία, η αγορά δεν κινήθηκε τελικά πολύ μακριά από εκεί που έδειχναν ήδη οι τεχνικοί δείκτες (δείτε εδώ την σχετική ανακοίνωση της ΑΑΕΑ&ΠΚ).

Το συμπέρασμα είναι μάλλον άβολο. Η μέση αύξηση στα μακροχρόνια συμβόλαια υγείας για το 2026 διαμορφώνεται στο 7,49% όταν μετράμε ανά ασφαλισμένο και στο 8,20% όταν η στάθμιση γίνεται με βάση την αξία των καθαρών ασφαλίστρων. Δηλαδή, με απλά λόγια, η πραγματική εικόνα της αγοράς βρίσκεται στη ζώνη του 8%. Ούτε στο 15%, όπως φοβήθηκαν ή κατήγγειλαν πολλοί, ούτε όμως και σε επίπεδα που μπορεί κανείς να τα χαρακτηρίσει αμελητέα για τον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το εύρημα της κατανομής. Πράγματι, το 56,13% των ασφαλισμένων εμφανίζει αύξηση άνω του 8%. Όμως μόνο το 15,93% υπερβαίνει το 9%. Αυτό σημαίνει ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ασφαλισμένων, περίπου το 84%, κινείται έως το 9%. Άρα οι αυξήσεις δεν ξέφυγαν μαζικά σε διψήφια επίπεδα. Συγκεντρώθηκαν, όμως, σε μια περιοχή που παραμένει υψηλή: γύρω από το 8% με 9%.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αύξηση στα ασφάλιστρα είναι μικρό θέμα. Είναι σοβαρό. Για έναν ασφαλισμένο που πληρώνει 2.000 ή 3.000 ευρώ τον χρόνο, μια αύξηση 8% δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια. Είναι πραγματικό κόστος. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν υπάρχει αύξηση. Το ερώτημα είναι αν η αύξηση είναι αυθαίρετη ή αν συνδέεται με πραγματικά δεδομένα κόστους, ηλικίας, χρήσης υπηρεσιών υγείας, νοσοκομειακών χρεώσεων και κεφαλαιακών απαιτήσεων.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική δικαίωση του ΙΟΒΕ. Όχι κατ’ ανάγκη σε κάθε επιμέρους ποσοστό, ούτε ως προς τον τρόπο που επικοινωνήθηκε ο προηγούμενος δείκτης. Αλλά ως προς την ουσία: ότι υπάρχει πραγματική πίεση κόστους στην ιδιωτική υγεία και ότι αυτή η πίεση κάποια στιγμή περνά στα ασφάλιστρα. Η ΕΛΣΤΑΤ ήρθε για να αντικαταστήσει έναν δείκτη που είχε πολιτικά φορτιστεί. Μόνο που, τελικά, ο νέος δείκτης δεν ανέτρεψε τη βασική εικόνα. Στο ίδιο πάνω κάτω συμπέρασμα κατέληξε και η αναλογιστική αρχή.

Η συζήτηση για τα ασφάλιστρα υγείας έχει εξαντληθεί στους δείκτες. Και οι δείκτες, τελικά, λένε περίπου το ίδιο πράγμα: οι αυξήσεις είναι μεγάλες για τον ασφαλισμένο, αλλά δεν φαίνεται να είναι αυθαίρετες ως συνολική εικόνα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχει ακόμη ανοίξει με σοβαρότητα ο πραγματικός φάκελος: το κόστος της ιδιωτικής υγείας, οι νοσοκομειακές χρεώσεις, η γήρανση των χαρτοφυλακίων και οι κεφαλαιακές ανάγκες των εταιρειών.

Με άλλα λόγια, παραφράζοντας λίγο την παλαιότερη ρήση του γενικού διευθυντή του ΙΟΒΕ Νίκου Βέττα «το ζήτημα δεν είναι ποιος κρατάει το θερμόμετρο, αλλά γιατί ανεβαίνει η θερμοκρασία».