ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Όταν το βαμβάκι, για να μαζευτεί, ήθελε χέρια από τα βουνά

Untitled-28.jpg

Οι γυναίκες των ορεινών χωριών στα βαμβακοχώραφα της Θεσσαλίας, τα μεροκάματα της συγκομιδής και οι δεσμοί δύο κόσμων που είχαν ανάγκη ο ένας τον άλλον.

Παγκόσμια Ημέρα Βαμβακιού σήμερα, 7 Οκτωβρίου, καθιερωμένη από τον ΟΗΕ για να αναδείξει τη σημασία ενός προϊόντος που επηρέασε όσο λίγα την παγκόσμια οικονομία και τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Το βαμβάκι έχει, βέβαια, τη δική του σημαντική διαδρομή και στην Ελλάδα, με την ανάπτυξη της καλλιέργειάς του να συνδέεται με μεγάλες αλλαγές στην αγροτική παραγωγή και στη ζωή του κάμπου.

Για την πορεία της βαμβακοκαλλιέργειας, τις επιλογές που έγιναν και τις προοπτικές της, αρμόδιοι να μιλήσουν είναι οι εκπρόσωποι των φορέων που σχετίζονται με τον κύκλο του βαμβακιού στη χώρα μας. Εύχομαι να το κάνουν με ειλικρίνεια, τόσο για όσα προηγήθηκαν όσο και για τις προθέσεις τους.

Με αφορμή όμως τη σημερινή ημέρα, ας θυμηθούμε λίγες σκηνές από τη συγκομιδή στη Θεσσαλία και τους δεσμούς της με τις ορεινές κοινότητες. Τότε που τα χωριά ήταν ακόμη δεμένα με τον τόπο τους, αλλά οι ανάγκες οδηγούσαν πολλά μέλη τους στους κάμπους, για να δουλέψουν στη συλλογή των εποχικών προϊόντων.

Σαν έφτανε η ώρα να μαζευτεί το βαμβάκι, μεγάλες ομάδες γυναικών κατέβαιναν οργανωμένες από τα ορεινά χωριά για να βάλουν ένα χέρι. Τα μεροκάματα ήταν δύσκολα κερδισμένα. Πέρα από τον κόπο στο χωράφι, υπήρχαν οι συνθήκες διαμονής, οι δυσκολίες της μετακίνησης και η περιορισμένη επικοινωνία με τους δικούς τους. Παρ’ όλα αυτά, τα χρήματα που έφερναν πίσω αποτελούσαν πολύτιμη ενίσχυση για κάθε νοικοκυριό.

Προορίζονταν για έκτακτες ανάγκες, αλλά συχνά και για την προίκα των ανύπαντρων κοριτσιών, που αποτελούσαν μεγάλο μέρος αυτών των ομάδων. Την ευθύνη της συνοδείας αναλάμβανε συνήθως κάποιος μεγαλύτερος, έμπειρος και έμπιστος άνθρωπος του χωριού. Θα τις συνόδευε στον κάμπο και θα είχε τον νου του σε όποια δυσκολία παρουσιαζόταν. Έτσι όριζαν οι συνήθειες και οι αντιλήψεις εκείνων των χρόνων.

Η κάθοδος στα βαμβάκια πατούσε σε μια παλιότερη διαδρομή: τη μετακίνηση για το μάζεμα της ελιάς, διαδεδομένη σε πολλά μέρη της χώρας, αλλά και για θερίσματα, κλαδέματα και άλλες δουλειές, όταν τα χέρια των ανθρώπων του κάμπου δεν επαρκούσαν.

Μέσα από αυτές τις εποχικές μετακινήσεις συντηρούνταν μια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στους πληθυσμούς. Μαζί με την εργασία και τα μεροκάματα κυκλοφορούσαν νέα, εμπειρίες, συνήθειες και τρόποι ζωής. Οι άνθρωποι του βουνού γνώριζαν τον κάμπο και οι καμπίσιοι τους ορεινούς, μέσα από τη συνεργασία και την καθημερινή συναναστροφή.

Αυτή η κίνηση άρχισε να περιορίζεται όσο τα ορεινά χωριά έχαναν τον πληθυσμό τους και οι μηχανές αναλάμβαναν όλο και περισσότερες αγροτικές εργασίες. Ειδικά στο βαμβάκι, η μηχανική συγκομιδή περιόρισε δραστικά την ανάγκη για τόσα εργατικά χέρια. Αργότερα, η παρουσία εργατών από τη γειτονική Αλβανία και άλλες χώρες άλλαξε ξανά τη σύνθεση του εργατικού δυναμικού στην ελληνική ύπαιθρο.

Σήμερα στέκομαι σε αυτή την ιστορία κυρίως για τον διαρκή διάλογο που είχε η ορεινή Ελλάδα με τους κάμπους. Οι γυναίκες που κατέβαιναν στα βαμβάκια, τα χρήματα που επέστρεφαν στα νοικοκυριά και οι σχέσεις που δημιουργούνταν φανερώνουν πόσο ενεργά συμμετείχαν τα βουνά στη ζωή της υπόλοιπης χώρας.

Με αυτή την έννοια, τα βουνά μας υπήρξαν μια κιβωτός του τόπου: κρατούσαν ανθρώπους, γνώσεις, αντοχές και ζωντανές κοινότητες. Μια κιβωτός που, για ένα σωρό λόγους, άδειασε. Και τις συνέπειες αυτού του αδειάσματος ακόμη δυσκολευόμαστε —ή δεν θέλουμε— να τις δούμε στην πραγματική τους διάσταση, τόσο για την εποχή που διανύουμε όσο και για εκείνες που θα ακολουθήσουν.

Untitled-28.jpg

Γυναίκες από τη Νεράιδα (Σπινάσα) των θεσσαλικών Αγράφων στη συγκομιδή βαμβακιού στους Σοφάδες, το 1963. Τα εποχικά μεροκάματα στον κάμπο ενίσχυαν τα ορεινά νοικοκυριά και συντηρούσαν τους δεσμούς ανάμεσα στους δύο τόπους. Πηγή: το βιβλίο «Ελεύθεροι στα δεσμά των Αγράφων».