Γράφει ο Αθανάσιος Θεοδωράκης, πολιτικός επιστήμονας
Ένα από τα πλέον σημαντικά και κρίσιμα θέματα, αν όχι το κρισιμότερο, για το παρόν και το μέλλον της χώρας είναι το δημογραφικό ζήτημα. Η Ελλάδα εδώ και χρόνια φθίνει δημογραφικά και οι συνέπειες είναι ορατές και οδυνηρές σε όλους τους τομείς. Είναι επείγον λοιπόν να γίνει μια συντονισμένη προσπάθεια για την ανάλυση, αλλά και για την υπέρβαση της σημερινής κατάστασης.
Εχουν γίνει κατά καιρούς συζητήσεις, συνέδρια και μελέτες από φορείς και θεσμούς. Τα στατιστικά δεδομένα και οι τάσεις έχουν μελετηθεί και κατατεθεί. Στατιστικές και προβλέψεις γίνονται, αλλά εκεί πού υπάρχει αδυναμία και αμηχανία είναι οι προτάσεις πολιτικής, που να λαμβάνουν συνολικά υπόψη τα κοινωνιολογικά δεδομένα και κυρίως τις νέες κοινωνικές αντιλήψεις και προσλήψεις που επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα την εξέλιξη του ζητήματος. Χρειάζονται κίνητρα σαφώς, αλλά δεν πρόκειται βεβαίως για απλό ζήτημα επιδομάτων.
Αξίζει συνεπώς σήμερα η ανάληψη πρωτοβουλίας για σύνταξη ανεξάρτητης, διεπιστημονικής και εμπεριστατωμένης μελέτης που να επικεντρώνει ταυτόχρονα σε προτάσεις πολιτικής, με αντικειμενική ανάλυση των δεδομένων, οικονομικών, κοινωνικών, ψυχολογικών, κλπ, πέραν της καθιερωμένης λογικής του πολιτικώς ορθού. Το ζήτημα είναι κρίσιμο για το έθνος γι αυτό και επιβάλλεται η θαρραλέα και ειλικρινής αντιμετώπισή του.
Εκτός των Πανεπιστημίων, που πολλά έχουν να προσφέρουν, σε μια τέτοια προσπάθεια χρειάζονται εξειδικευμένοι επιστήμονες, εμπειρία μελετών με μακροπρόθεσμη προοπτική και έρευνα των διεθνών πρακτικών και τάσεων. Νέες κοινωνικές αξίες, επιπτώσεις των νέων τεχνολογιών στις αντιλήψεις και στη συμπεριφορά των νέων, κλιματική αλλαγή, οικονομικά προβλήματα, αρνητική πρόσληψη του μέλλοντος, ανασφάλεια και αρνητική προδιάθεση (βλ. την πρόσφατη έρευνα του ευρωβαρόμετρου που αφορά και την Ελλάδα, (Δείτε εδώ), στέγαση νέων οικογενειών, μείωση γονιμότητας, τεκνοποίηση σε προχωρημένη ηλικία, η προστασία της μητρότητας, κ.ά πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο της έρευνας.
Τα στατιστικά στοιχεία είναι αποκαλυπτικά, κάθε χρόνο μειώνεται σταθερά ο ελληνικός πληθυσμός, σαν να χάνεται μια μεσαία ελληνική πόλη των εξήντα χιλιάδων ανθρώπων. Οι ροές των μεταναστών, νομίμων και παράτυπων όπως δείχνουν οι στατιστικές δεν μπορούν να ανακόψουν αυτή την μείωση, και δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Ο ελληνικός πληθυσμός φθίνει, και η τάση αυτή είναι σταθερή εδώ και δεκαετίες.
Παράλληλα, λόγω της οικονομικής κρίσης και των επιπτώσεών της, αυξήθηκε η μετανάστευση και η μετεγκατάσταση πολλών νέων ελλήνων στο εξωτερικό, οι δε προοπτικές επιστροφής τους είναι ισχνές, αβέβαιες. Το ισχύον διοικητικό, εργασιακό, φορολογικό και κοινωνικό σύστημα δεν εμπιστεύεται τους νέους, η δε γραφειοκρατία πνίγει κάθε προσπάθεια δημιουργίας νέων επιχειρήσεων. Η εμπιστοσύνη στην κοινωνία μας είναι χαμηλή, κι ειδικά η εμπιστοσύνη προς τη νέα γενιά είναι ανύπαρκτη γι αυτό και η φυγή των νέων ελλήνων, επιστημόνων, τεχνιτών και εργατών, προς τις ευρωπαϊκές χώρες συνεχίζεται αμείωτη, αφού εκεί βρίσκουν καλύτερες συνθήκες εργασίας, υψηλότερες αμοιβές και καλύτερη ποιότητας ζωής.
Το πώς φτάσαμε ως εδώ είναι γνωστό. ΟΙ κοινωνικές αντιλήψεις άλλαξαν, ο ρόλος των γυναικών στην οικονομία και στην κοινωνία ισχυροποιήθηκε, οι παραδοσιακή οικογένεια τείνει να εκλείψει, και οι νέοι δεν κάνουν παιδιά για πολλούς και διάφορους λόγους. Οι κοινωνικές εξελίξεις, η αστικοποίηση, η νομοθεσία, η νομολογία και οι διεθνείς επιρροές (νέες κοινωνικές αντιλήψεις, διεθνείς συνθήκες, νομολογία διεθνών δικαστηρίων) οδήγησαν στην εγκατάλειψη της παραδοσιακής οικογένειας λόγω της αλλαγής του ρόλου των φύλων.Αυτό για τα ελληνικά πρότυπα ήρθε απότομα. Επιπλέον η εγκατάλειψη της ελληνικής υπαίθρου που ήταν παραδοσιακός χώρος πολύτεκνων οικογενειών, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μείωση του πληθυσμού, ενώ ειδικά, η μεγάλη μείωση των γυναικών σε παραγωγική ηλικία είναι ένα άλλο καθοριστικό στοιχείο.
Η επί σειρά ετών κοινωνική απαξίωση και λοιδορία της παραδοσιακής οικογένειας σε συνδυασμό με την έντονη αστικοποίηση είναι ένα μεγάλο ζήτημα που χρήζει αντιμετώπισης. Η ανάπτυξη της περιφέρειας με συγκράτηση, όπου γίνεται ή και με αύξηση του πληθυσμού μπορεί να αποτελέσει μια μόνιμη διέξοδο για εγκατάσταση οικογενειών σε συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης (εργασία, βρεφονηπιακοί σταθμοί, υγεία) μέσα από ένα εθνικό σχέδιο. Αυτό προϋποθέτει κυρίως αποκέντρωση υπηρεσιών και αρμοδιοτήτων της κεντρικής διοίκησης. Η εγκατάλειψη της υπαίθρου και γενικά της ενδοχώρας, είναι μείζον εθνικό ζήτημα και η αντιμετώπιση του δημογραφικού ζητήματος είναι μια ιστορική ευκαιρία αναδιάταξης του οικονομικού και του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, με ουσιαστική αποκέντρωση και καθορισμό πόλων ανάπτυξης εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων. Είναι αναγκαία πλέον μια αναδιάταξη όλων των δημοσίων πολιτικών, με πρώτη αυτή της εκπαίδευσης, από εκεί πρέπει να αρχίσουμε, με τρόπο ώστε να ενσωματώνουν σε όλες τους τις πτυχές την αντιμετώπιση του δημογραφικού ζητήματος.
Το ζήτημα απαντάται βεβαίως σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες, ενώ η οι εθνικές κουλτούρες προσφέρουν διαφορετικές πρακτικές και λύσεις. Η άρνηση των νέων να κάνουν παιδιά συνδέεται ακόμα με τις επιπτώσεις της προηγμένης τεχνολογίας στη ζωή τους, την υιοθέτηση ακραίων ατομικιστικών συμπεριφορών, καθώς και σε νέες ιδεολογικές τάσεις. Δεν πρόκειται συνεπώς για τεχνικό ή απλά για θέμα οικονομικό. Το οικονομικό και στεγαστικό ζήτημα είναι σημαντικότατα, αλλά δεν αρκούν για την εξήγηση του φαινομένου. Το ζήτημα αυτό άπτεται του σύγχρονου τρόπου ζωής, των κοινωνικών αξιών, της πρόσληψης των νέων περί του μέλλοντος και των αντιλήψεων περί οικογένειας, περί συμβίωσης και ευθυνών.
Η Ελλάδα χάνει κάθε χρόνο περίπου τον πληθυσμό μιας πόλης 60.000, ενώ η ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού αλλάζει δραματικά. Οι άμεσες επιπτώσεις είναι δραματικές, και οι προβλέψεις για το μέλλον είναι δυσοίωνες. Ήρθε τώρα η ώρα για μια συνολική αντιμετώπιση του θέματος, χωρίς ταμπού και ανούσιες θεωρήσεις, δεν πρόκειται μόνο για αριθμούς, το δημογραφικό είναι πρωτίστως ζήτημα πολιτιστικό, αντανακλά σήμερα την βαθύτερη κρίση αξιών που ζει η κοινωνία. Όλα τώρα είναι επικεντρωμένα γύρω από το άτομο και την ευημερία του, ενώ η οικογένεια και ειδικά η οικογένεια με παιδιά, προϋποθέτει αγαστή συμβίωση και αγάπη, αλληλοσεβασμό, αλτρουϊσμό, θυσίες, ευθύνη.
Αφού λοιπόν πρόκειται για κρίσιμο και κύριο ζήτημα της κοινωνίας και του έθνους, πρέπει να δράσουμε ανάλογα.
Χρειάζεται τώρα για το ξεκίνημα ένα Εθνικό Συμβούλιο δημογραφικής πολιτικής, κατάλληλο στελεχωμένο. που με τη συμμετοχή των αρμοδίων φορέων και υπηρεσιών θα αρχίσει την εκπόνηση μιας νέας ολοκληρωμένης πολιτικής. Πρέπει να συζητήσουμε τα πάντα γύρω από το ζήτημα αυτό με θάρρος και ειλικρίνεια.
Ποιος είναι ο Αθανάσιος Θεοδωράκης
Ο Αθανάσιος Δ. Θεοδωράκης είναι πολιτικός επιστήμονας. Γεννήθηκε το 1953, στα Γεράνεια Ελασσόνας. Είναι παντρεμένος κι έχει δύο γιους.
Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στις Πολιτικές Επιστήμες (DEA) του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου. Ασχολείται με τις ευρωπαϊκές υποθέσεις και ειδικότερα με τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ε.Ε. από το 1981. Υπηρέτησε σε διάφορες υπηρεσίες σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο και διετέλεσε γενικός γραμματέας Κοινοτικών Υποθέσεων (1994-1995) και γ.δ. της ΥΔΑΣ (2010-1012) στο υπουργείο Εξωτερικών. Από το 1995 μέχρι το 2007 διετέλεσε αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με αρμοδιότητα σε θέματα διεθνούς ανάπτυξης και στις σχέσεις της Ε.Ε. με τις αναπτυσσόμενες χώρες της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού (ΑΚΕ). Υπήρξε επί σειρά ετών πρόεδρος της επιτροπής του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης, εκπροσώπησε την Ε.Ε. σε πολλές διαπραγματεύσεις και διασκέψεις (ΟΗΕ, ΟΟΣΑ, G/8 κ.λπ.) για θέματα διεθνούς συνεργασίας και συμμετείχε ενεργά στη διαμόρφωση της κοινοτικής πολιτικής στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων.
Έχει δημοσιεύσει άρθρα και μελέτες σε θέματα διεθνούς αναπτυξιακής πολιτικής, τοπικής ανάπτυξης, εξέλιξης των σύγχρονων πολιτικών θεσμών (κόμματα και Κοινοβούλιο) και ευρωπαϊκού προβληματισμού. Ίδρυσε την «Κοινοβουλευτική Επιθεώρηση». Αρθρογραφεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο (www.neopolitevma.gr)
Κυκλοφορούν τα βιβλία του: «Το επόμενο βήμα της πολιτικής. Η προεδρική δημοκρατία», εκδόσεις Ι. Σιδέρης, 2011. «Πίσω στο χωριό...Η απάντηση στην κρίση είναι η αγροτική παραγωγή», εκδόσεις Α. Α. Λιβάνη, 2012. «Εξαιρετικώς επείγον. Πολιτεία και Δημοκρατία ανθρωπιάς», εκδόσεις Μανιφέστο, 2012. «Σ’ ευχαριστούμε Αριστείδη», Μεταμεσονύκτιες εκδόσεις, 2014.
Γνωρίζει γαλλικά και αγγλικά.