Ημέρα της Αγρότισσας η σημερινή και ο νους μου πηγαίνει στη μάνα μου. Στη μάνα και στις γυναίκες της γενιάς της, που έζησαν δίπλα στη γη και από τη γη, τη δούλεψαν και τη φρόντισαν, κρατώντας όρθια τα σπίτια τους.
Καθώς, ως κοινωνία, για ένα σωρό λόγους απομακρυνόμαστε διαρκώς από αυτό που κάποτε λέγαμε αγροτική ζωή, εμείς οι τρανότεροι έχουμε, νομίζω, ένα χρέος. Όσοι και όσες ξεκινήσαμε τη ζωή μας δίπλα σε ένα χωράφι και κοντά σε ένα μαντρί, να μεταφέρουμε στους νεότερους, με όποιον τρόπο μπορεί ο καθένας, τις εικόνες και τις εμπειρίες εκείνης της εποχής. Μαζί τους και όση γνώση συγκρατήσαμε από τους ανθρώπους που μας μεγάλωσαν. Γιατί κανένας δεν ξέρει πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στον τόπο μας και στον κόσμο.
Σκέφτομαι κυρίως την τροφή μας. Την επάρκειά της, αλλά και τη δυνατότητα κάθε οικογένειας να την εξασφαλίζει. Το χωράφι, ο κήπος, τα λίγα ζώα υπήρξαν για τις παλιότερες γενιές καθημερινός μόχθος και στήριγμα στις δύσκολες ώρες. Η γη μπορούσε να δώσει τα αναγκαία, αρκεί να υπήρχαν άνθρωποι να τη δουλέψουν, να γνώριζαν τον τρόπο και να είχαν τη δυνατότητα να μείνουν κοντά της.
Σε αυτή τη γη, που τόσο εύκολα παραμερίζουμε από τη σημερινή ζωή μας, έσκυβαν οι άνθρωποι για να ζήσουν. Και η εμπειρία τους περνούσε από τη μια γενιά στην άλλη, πάνω στη δουλειά: πότε θα σπείρεις, πότε θα ποτίσεις, τι χρειάζεται το δέντρο, τι σου δείχνει το χώμα. Μια γνώση δεμένη με τον τόπο, τις εποχές και την καθημερινή παρατήρηση.
Τώρα πολλοί από εκείνους που τη δίδασκαν αναπαύονται στα χώματα των μικρών τους πατρίδων. Και μαζί με την απουσία τους γίνεται αισθητό το κενό που αφήνει αυτή η γνώση, όταν δεν έχει προλάβει να περάσει σε άλλα χέρια.
Οι μηχανές και οι νεότερες μέθοδοι καλλιέργειας ελάφρυναν τον μόχθο και αύξησαν τις δυνατότητες της παραγωγής. Η οικειότητα όμως με τη γη χρειάζεται και κάτι ακόμη: παρουσία, χρόνο, φροντίδα. Στα χωριά που άδειασαν, αυτά λιγόστεψαν μαζί με τους ανθρώπους.
Τα σκέφτομαι κοιτάζοντας το δικό μου χωριό, ένα τυπικό χωριό της ημιορεινής Ελλάδας, που το γνώρισα όταν ακόμη οι άνθρωποί του εξασφάλιζαν μεγάλο μέρος των αναγκαίων από τη δική τους παραγωγή. Το έβλεπα σιγά σιγά να χάνει αυτή τη δυνατότητα. Άλλοι έφευγαν αναζητώντας αλλού τη ζωή τους, άλλοι γερνούσαν, άλλοι πέθαιναν. Και οι άνθρωποι που θα έπαιρναν τη θέση τους στα χωράφια και στα μαντριά όλο και λιγόστευαν.
Όταν έφυγε και η μάνα μου πέρσι, στα 94 χρόνια της, όπως έφυγαν και άλλες γυναίκες που στη ζωή τους δεν δήλωσαν τίποτε άλλο από αγρότισσες, ένιωσα πως κόπηκε και ο δικός μου πιο ζωντανός δεσμός με εκείνη τη συνέχεια.
Πριν από μερικά χρόνια, στην περίοδο της πανδημίας, προσπάθησα να αναστήσω το μεγάλο χωράφι, να το καλλιεργήσω και να φροντίσω τα καρποφόρα δέντρα του. Τότε διαπίστωσα πως, χωρίς τη μάνα δίπλα μου, δεν θα έκανα τίποτα. Οι συμβουλές και η αυστηρή ματιά της με βοήθησαν πολύ. Κατάφερα να έχω μια καλή παραγωγή, αλλά ήξερα πόσο από αυτό το αποτέλεσμα το χρωστούσα σε εκείνη.
Τώρα που δεν την έχω δίπλα μου, φοβάμαι, το ομολογώ, να ξεκινήσω πάλι. Φοβάμαι πως δεν θα έχω την υπομονή της και, κυρίως, τη συνέπειά της στον χρόνο, την κρίση της για όσα χρειάζονται φροντίδα τώρα και όσα μπορούν να περιμένουν. Το χωράφι ζητά να είσαι εκεί όταν σε χρειάζεται. Εκείνη το ήξερε και το τηρούσε μια ολόκληρη ζωή.
Στις φωτογραφίες του 2016 η μάνα φυτεύει πατάτες. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, ήταν η ογδοηκοστή φορά που φύτευε πατάτες και έφτιαχνε κήπο. Μόνο τρία χρόνια δεν το έκανε, όταν, ως ανταρτόπληκτοι, όλοι οι χωριανοί μεταφέρθηκαν στις πόλεις. Παλιότερα, όταν δεν ευκαιρούσε ο πατέρας, όργωνε η ίδια το χωράφι, με το δικό μας μουλάρι ζευγάρι με του γείτονα.
Κοιτάζω τώρα τη σκυμμένη μορφή της μέσα στο μεγάλο χωράφι και σκέφτομαι πόσα χρόνια δουλειάς χωρούν σε αυτή την εικόνα. Πόση επιμονή, πόση φροντίδα και πόσα πράγματα που τότε τα θεωρούσαμε αυτονόητα.
Θα μπορούσα να γράψω σελίδες επί σελίδων για όσα ήξερε αυτή η αγρότισσα, που είχα τη χαρά να είναι η μάνα μου, να με συμβουλεύει και να παρακολουθεί τις προσπάθειές μου. Και δεν αποκλείεται να το κάνω μέσα στον χειμώνα. Να τιμήσω εκείνη και τη γενιά της, που έζησαν δίπλα στο χωράφι και από το χωράφι. Να μείνει μια μαρτυρία για τη ζωή τους και για όσα μας έμαθαν.
Αφού δεν ξέρω ακόμη αν θα καταφέρω να συνεχίσω τη δουλειά της στο χωράφι, ας φροντίσω τουλάχιστον να μη χαθούν όσα θυμάμαι.
Η μάνα στο μεγάλο χωράφι, το 2016. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, ήταν η ογδοηκοστή φορά που φύτευε πατάτες και έφτιαχνε κήπο — μια ολόκληρη ζωή με τη φροντίδα της γης.
Φυτεύοντας πατάτες, το 2016. Χρόνια αργότερα, όταν προσπάθησα να ξανακαλλιεργήσω το χωράφι, οι συμβουλές και η αυστηρή ματιά της ήταν το στήριγμά μου.
