ΤΡAΠΕΖΕΣ
Γ. Στουρνάρας (ΤτΕ): «Οι πρόσφατες διεθνείς και ελληνικές οικονομικές εξελίξεις και τα δυο βασικά μαθήματα από το παρελθόν»
Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα στο δείπνο του Κύκλου “Women in Corporate Affairs, Government Relations and Public Policy” του Lean In Network Greece
Ζούμε σε μια περίοδο κατά την οποία οι παραδοχές στις οποίες στηρίχθηκε η παγκόσμια οικονομία τις τρεις τελευταίες δεκαετίες τίθενται εν αμφιβόλω. Η γεωπολιτική, η τεχνολογία και οι δημογραφικές τάσεις δεν συνιστούν πλέον το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί η οικονομία, αλλά έχουν μετατραπεί σε βασικούς μακροοικονομικούς προσδιοριστικούς παράγοντες. Αυτό το ασυνήθιστα αβέβαιο τοπίο διαμορφώνουν έξι ισχυρές δυνάμεις.
Πρώτον, οι μακροοικονομικές συνέπειες της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Η διατάραξη των αγορών ενέργειας και της ναυσιπλοΐας μέσω του Στενού του Ορμούζ έχει σοβαρές επιπτώσεις στις τιμές της ενέργειας και, κατ’ επέκταση, στη δυναμική του πληθωρισμού σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ, στις αγορές κρατικών και ιδιωτικών ομολόγων αλλά και στο οικονομικό κλίμα και τη δραστηριότητα.
Δεύτερον, ο γεωοικονομικός κατακερματισμός. Η αρχιτεκτονική του διεθνούς εμπορίου αναμορφώνεται από την εργαλειοποίηση της εμπορικής πολιτικής, από στρατηγικές μεταφοράς της παραγωγής σε γεωπολιτικά φιλικές χώρες και από ένα διευρυνόμενο πλέγμα κυρώσεων. Οι εξελίξεις αυτές οδηγούν σε αναδιάταξη των αλυσίδων εφοδιασμού, συχνά εις βάρος της αποδοτικότητας, με σημαντικές επιπτώσεις για τη μεταβλητότητα των τιμών, την παραγωγικότητα και την ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομίας γενικότερα.
Τρίτον, ο ρυθμός των τεχνολογικών αλλαγών επιταχύνεται ραγδαία, με την τεχνητή νοημοσύνη να βρίσκεται στην αιχμή ενός μετασχηματισμού πρωτοφανούς κλίμακας. Για τις κεντρικές τράπεζες η τεχνητή νοημοσύνη έχει δύο πρόσωπα όπως ο Ιανός: αφενός, υπόσχεται πραγματικά οφέλη σε όρους παραγωγικότητας και αποτελεσματικότητας των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και, αφετέρου, επαναπροσδιορίζει τις αγορές εργασίας – εκτοπίζοντας ορισμένες εργασίες και ταυτόχρονα αυξάνοντας την αξία νέων δεξιοτήτων – και εγείρει νέες ανησυχίες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τη συγκέντρωση της αγοράς, την κατανομή του εισοδήματος, την κοινωνική συνοχή, την ανθεκτικότητα κρίσιμων υποδομών και την ταχύτητα με την οποία μεταδίδονται οι διαταραχές μέσω ενός διασυνδεδεμένου συστήματος. Οι επιπτώσεις στα δημόσια οικονομικά, κυρίως στην κατανομή των φόρων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, αλλά και στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης είναι επίσης σημαντικές, αφού τα ρομπότ δεν πληρώνουν φόρους ούτε εισφορές κοινωνικής ασφάλισης.
Τέταρτον, και σε συνάφεια με την προηγούμενη παρατήρησή μου, εμείς οι Ευρωπαίοι είμαστε αυτή τη στιγμή αντιμέτωποι με ένα επενδυτικό κενό, καθώς οι επενδύσεις σε τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης στις ΗΠΑ υπερβαίνουν κατά πολύ τις αντίστοιχες επενδύσεις στην Ευρώπη. Αν διατηρηθεί αυτό το επενδυτικό κενό, και στον βαθμό που οι επιδράσεις της τεχνητής νοημοσύνης μεταφραστούν κυρίως σε βελτίωση της παραγωγικότητας, θα ασκηθούν (ceteris paribus) πιέσεις υποτίμησης στο ευρώ και οι Ευρωπαίοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα βρεθούν αντιμέτωποι με νέες προκλήσεις.
Πέμπτον, τα επίμονα υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους στις μεγάλες οικονομίες περιορίζουν τον δημοσιονομικό χώρο ακριβώς τη στιγμή που πολλές κυβερνήσεις καλούνται να αυξήσουν τις δαπάνες στους τομείς της άμυνας, των υποδομών, καθώς και της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης. Αυτό έχει επιπτώσεις και όσον αφορά την αλληλεπίδραση μεταξύ δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής. Πρόσφατα, οι υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής διαβάθμισης των αμερικανικών ομοσπονδιακών ομολόγων και τα ερωτηματικά για τη δημοσιονομική κατάσταση της Γαλλίας πυροδότησαν ανησυχίες σχετικά με την ασφάλειά των ομολόγων αυτών των χωρών ως περιουσιακών στοιχείων. Όμως, η έγερση αμφιβολιών σχετικά με την ασφάλεια ενός ομολόγου αναφοράς αναπόφευκτα έχει επιπτώσεις και στην τιμολόγηση των ομολόγων διεθνώς. Στα ευρωπαϊκά κράτη που παρουσιάζουν ασθενέστερες δημοσιονομικές θέσεις ή αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη πολιτική αβεβαιότητα είδαμε τις διαφορές αποδόσεων των ομολόγων τους, τα λεγόμενα spreads, να διευρύνονται περισσότερο από εκείνα άλλων οικονομιών της ευρωζώνης. Αυτή η εξέλιξη δείχνει ότι οι επενδυτές διακατέχονται από ανησυχίες σχετικά με τα δημόσια οικονομικά και την πολιτική κατάσταση στις χώρες αυτές, πέρα από τις ανησυχίες για παρατεταμένο πληθωρισμό.
Οι παραπάνω δυνάμεις δεν λειτουργούν μεμονωμένα, αλλά αλληλοενισχύονται, δημιουργώντας μια περισσότερο ρευστή και λιγότερο προβλέψιμη παγκόσμια οικονομία, και διαμορφώνουν ένα μακροοικονομικό περιβάλλον που υπαγορεύει ευελιξία και αποφασιστικότητα εκ μέρους των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Ωστόσο, στη ζώνη του ευρώ έχουμε το πλεονέκτημα να διαθέτουμε μια κεντρική τράπεζα της οποίας η ανεξαρτησία είναι νομοθετικά κατοχυρωμένη, και η αξιοπιστία της σταθεροποιεί τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό και βοηθά στη θωράκιση των αποδόσεων των μακροπρόθεσμων ομολόγων απέναντι στις ανησυχίες για επικράτηση της δημοσιονομικής πολιτικής επί της νομισματικής (fiscal dominance). Η επιτυχία της ΕΚΤ να σταθεροποιεί τον πληθωρισμό της ζώνης του ευρώ πολύ κοντά στο στόχο του 2% χωρίς παρενέργειες στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και χωρίς ύφεση της οικονομικής δραστηριότητας, παρά τη συνεχή παρουσία κλυδωνισμών από την πλευρά της προσφοράς που οδηγούν κυρίως σε ενεργειακές κρίσεις και πλήττουν την Ευρώπη που είναι καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, αποτελεί την καλύτερη εγγύηση για το μέλλον. Δυστυχώς, η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών τίθεται εν αμφιβόλω σε ορισμένες προηγμένες οικονομίες εκτός Ευρώπης. Αναδεικνύεται λοιπόν μια ευκαιρία για τη Γηραιά Ήπειρο να αυξήσει τον διεθνή της ρόλο με την αύξηση της προσφοράς ασφαλών τίτλων, προβαίνοντας σε κοινές εκδόσεις ομολόγων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Με τον τρόπο αυτό αναμένεται να ενισχυθεί και ο διεθνής ρόλος του ευρώ.
Εν μέσω της ενεργειακής διαταραχής που προκαλεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, η οικονομία της ζώνης του ευρώ επιδεικνύει ανθεκτικότητα. Το β΄ τρίμηνο του 2026 το πραγματικό ΑΕΠ μεγεθύνθηκε κατά 1,2% σε ετήσια βάση, ενώ η απασχόληση συνέχισε να αυξάνεται. Η ανθεκτική αγορά εργασίας, η αυξημένη εξωτερική ζήτηση, λόγω της συντελούμενης άνθησης της τεχνητής νοημοσύνης παγκοσμίως, και οι αυξημένες δαπάνες για άμυνα και υποδομές βοήθησαν την ευρωπαϊκή οικονομία να απορροφήσει εν μέρει τη διαταραχή.
Ταυτόχρονα, και η ελληνική οικονομία επιδεικνύει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, διατηρώντας υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τη ζώνη του ευρώ. Παρά τις αλλεπάλληλες εξωγενείς διαταραχές και την αυξημένη αβεβαιότητα, η οικονομική δραστηριότητα συνέχισε να επεκτείνεται, με το πραγματικό ΑΕΠ να αυξάνεται με ετήσιο ρυθμό 1,9% το β΄ τρίμηνο του 2026, πολύ υψηλότερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Η ανθεκτικότητα αυτή δεν είναι τυχαία. Αντανακλά τα ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας που επιτεύχθηκαν τα τελευταία χρόνια χάρη στη δημοσιονομική εξυγίανση, την ανάταξη του τραπεζικού συστήματος, τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και τις συνεχιζόμενες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες. Όλα αυτά συνέβαλαν στις διαδοχικές αναβαθμίσεις του αξιόχρεου της χώρας και ενίσχυσαν την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Δεν σημαίνει βεβαίως αυτό ότι όλα τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας έχουν λυθεί, όπως άλλωστε προκύπτει από το σημαντικό άνοιγμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Υπάρχει αρκετός δρόμος ακόμα.
Η Τράπεζα της Ελλάδος είχε επανειλημμένα τονίσει κατά το παρελθόν τη σημασία, αν όχι αναγκαιότητα, της ανάκτησης της επενδυτικής κατηγορίας από την Ελλάδα. Πριν από την αναβάθμιση του 2023, μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος έδειχνε ότι η ανάκτηση της επενδυτικής κατηγορίας θα οδηγούσε σε μείωση της διαφοράς αποδόσεων του ελληνικού κρατικού ομολόγου έναντι του αντίστοιχου γερμανικού κατά περίπου 70 μονάδες βάσης. Πράγματι, τα spreads των ελληνικών κρατικών ομολόγων βρίσκονται πλέον 60 μονάδες βάσης περίπου χαμηλότερα από ό,τι ήταν στις 4 Αυγούστου 2023, όταν ο πρώτος (αποδεκτός από το Ευρωσύστημα) οίκος αξιολόγησης, η Scope Ratings, απέδωσε στην Ελλάδα πιστοληπτική διαβάθμιση εντός της επενδυτικής κατηγορίας.
Συνεπώς, η Ελλάδα αποτελεί λαμπρό παράδειγμα των πλεονεκτημάτων της δημοσιονομικής σύνεσης. Παρά τη σημαντική μεταβλητότητα στις παγκόσμιες αγορές ομολόγων, τα spreads των ελληνικών κρατικών ομολόγων έχουν καταγράψει μέτρια μόνον αύξηση από την αρχή του έτους, σε αντιδιαστολή με την κατάσταση που επικρατούσε λίγο πριν την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, όταν η απότομη ανατιμολόγηση του κινδύνου των κρατικών ομολόγων έφερε στο φως δημοσιονομικές ευπάθειες σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη και ιδίως στην Ελλάδα.
Αυτές οι ευνοϊκές οικονομικές εξελίξεις αναμένεται να συνεχιστούν μεσοπρόθεσμα. Σύμφωνα με τις προβολές της Τράπεζας της Ελλάδος, η διαφορά επιτοκίου-ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία (που είναι και η βασική παράμετρος που καθορίζει τη δυναμική του δημοσίου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ μαζί με το πρωτογενές αποτέλεσμα) θα παραμείνει ευνοϊκή σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, καθώς το έμμεσο επιτόκιο, συμπεριλαμβανομένων των αναβαλλόμενων τόκων, αναμένεται να υπολείπεται του ρυθμού αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ. Καθώς οι δημοσιονομικοί κίνδυνοι παραμένουν περιορισμένοι, οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων αυξάνονται παράλληλα με τον πληθωρισμό, όπως εξάλλου συμβαίνει και με τις αποδόσεις των αντίστοιχων γερμανικών. Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να αναμένουμε ότι αυτή η ευνοϊκή δυναμική του χρέους θα διατηρηθεί και τα επόμενα χρόνια, εφόσον διατηρείται η δημοσιονομική υπευθυνότητα που χαρακτηρίζει τα δημόσια οικονομικά της χώρας την προηγούμενη χρονική περίοδο μετά την κρίση χρέους.
Για να λάβει η Ελλάδα πιστοληπτική αξιολόγηση Α πριν το 2030 απαιτούνται συνεχείς βελτιώσεις στην ποιότητα των θεσμών. Βραχυπρόθεσμα, οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση θα πρέπει να αρχίσουν να μεταφράζονται σταδιακά σε υψηλότερες βαθμολογίες της χώρας στους θεσμικούς δείκτες που επίσης παρακολουθούν οι οίκοι αξιολόγησης.
Σημαντικά βήματα προόδου έχουν γίνει και στο δικαστικό σύστημα. Η μεταρρύθμιση του δικαστικού χάρτη της Ελλάδος έχει ήδη αποφέρει απτά αποτελέσματα: σύμφωνα με τη βάση δεδομένων JustStat, ο μέσος χρόνος για την έκδοση πρωτόδικης απόφασης μειώθηκε τουλάχιστον στο μισό, συγκεκριμένα σε περίπου 1 έτος (357 ημέρες) από 2 και πλέον έτη (774 ημέρες) πριν από τη μεταρρύθμιση. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης αναμένει ότι ο απαιτούμενος χρόνος για τελεσιδικία θα συγκλίνει με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο έως το 2027. Οι βελτιώσεις αυτές έχουν σημασία για τους επενδυτές. Οι ταχύτερες και πιο προβλέψιμες δικαστικές διαδικασίες ενισχύουν την ασφάλεια δικαίου και την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Οι τρέχουσες διεθνείς αναταράξεις δεν αποτελούν μόνο πηγή κινδύνου για όλες τις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και μια κλήση αφύπνισης για την Ευρώπη. Υπογραμμίζουν την επιτακτική ανάγκη για επιτάχυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και ενίσχυση του συντονισμού των κοινών πολιτικών. Σε έναν όλο και περισσότερο κατακερματισμένο και αβέβαιο κόσμο, η ευημερία και η ανθεκτικότητα της Ευρώπης θα πρέπει να βασίζεται λιγότερο στις εξωτερικές συνθήκες και περισσότερο στη δική της ικανότητα για καινοτομία, επενδύσεις και προσαρμογή.
Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, πρέπει να κλείσει το επενδυτικό κενό έναντι των ΗΠΑ στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης και παράλληλα να ενισχυθεί η συνολική επίδοση της οικονομίας – δύο αλληλένδετες προκλήσεις.
Η τόνωση της παραγωγικότητας, η αύξηση της ανταγωνιστικότητας και η ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας και της ανθεκτικότητας της ζώνης του ευρώ προϋποθέτουν μια συνεκτική ευρωπαϊκή πολιτική που θα αντιμετωπίζει αποτελεσματικά την κατάτμηση των αγορών αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων, θα προάγει την καινοτομία, θα διοχετεύει τις επενδύσεις στους πλέον παραγωγικούς τομείς, θα προωθεί τη χρηματοπιστωτική και δημοσιονομική βάθυνση και θα ενδυναμώνει τον διεθνή ρόλο του ευρώ.
Η διάγνωση έχει ήδη γίνει στην έκθεση Draghi, η οποία έδειξε ότι ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της Ευρώπης υστερεί έναντι των άλλων μεγάλων οικονομιών επί σχεδόν δύο δεκαετίες, ενώ οι δημογραφικές τάσεις αναμένεται να προκαλέσουν μείωση της προσφοράς εργασίας τα επόμενα χρόνια. Το διαρκώς συρρικνούμενο εργατικό δυναμικό αδυνατεί πλέον να συντηρήσει την οικονομική ανάπτυξη και επομένως η παραγωγικότητα πρέπει να διαδραματίσει μεγαλύτερο ρόλο στην ενίσχυσή της.
Το βαθύτερο αίτιο είναι διαρθρωτικό. Κατά το μεγαλύτερο διάστημα της τελευταίας 15ετίας, η ζώνη του ευρώ στηριζόταν στην εξωτερική ζήτηση, καταγράφοντας επίμονα πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ενώ η εγχώρια ζήτηση ως ποσοστό του ΑΕΠ υποχώρησε στα κατώτερα επίπεδα μεταξύ των προηγμένων οικονομιών. Αυτό το αναπτυξιακό υπόδειγμα απέδωσε για την Ευρώπη για κάποιο διάστημα, αλλά πλέον έχει γίνει όλο και πιο ευάλωτο σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από γεωοικονομικό κατακερματισμό και αύξηση των εμπορικών φραγμών.
Ταυτόχρονα, η Ευρώπη εξάγει σημαντικό μέρος των αποταμιεύσεών της: αυτή τη στιγμή περίπου το 1/3 των επενδύσεων των κατοίκων της ζώνης του ευρώ σε εισηγμένες μετοχές συγκεντρώνεται στις κεφαλαιαγορές των ΗΠΑ – ποσοστό συγκρίσιμο με τις αντίστοιχες επενδύσεις εντός της ζώνης του ευρώ.
Ενώ οι τοποθετήσεις αυτές αποφέρουν χρηματοοικονομικά κέρδη για τους Ευρωπαίους αποταμιευτές, τα οφέλη όσον αφορά την παραγωγικότητα και την καινοτομία τα αποκομίζουν πρωτίστως οι χώρες όπου επενδύονται τα κεφάλαια – σε συντριπτικό βαθμό οι ΗΠΑ.
Ως εκ τούτου, η Ευρώπη χρειάζεται επειγόντως να διοχετεύσει τις αποταμιεύσεις αυτές σε παραγωγικές επενδύσεις σε κοινές ευρωπαϊκές προτεραιότητες: στη χρηματοδότηση της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης, στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας, στη στήριξη των αμυντικών δυνατοτήτων και στον εκσυγχρονισμό των υποδομών.
Όμως, οι παραγωγικές επενδύσεις δεν μπορούν να αυξηθούν από μόνες τους. Για να οδεύσουν περισσότερες εγχώριες αποταμιεύσεις σε εγχώριες αγορές, και να χρηματοδοτήσουν εγχώριες επενδύσεις, πρέπει να αυξηθεί η απόδοση των επενδύσεων αυτών. Αυτό είναι εφικτό εφόσον αυξηθεί η παραγωγικότητα, καταργηθούν τα ποικίλα εμπόδια, άμεσα και έμμεσα, που δυστυχώς ακόμα υπάρχουν στις διασυνοριακές συναλλαγές αγαθών, υπηρεσιών αλλά και στη μετακίνηση κεφαλαίων για την πραγματοποίηση τραπεζικών συγχωνεύσεων. Θα βοηθούσε επίσης αυτήν την επιδίωξη εάν πραγματοποιηθούν κοινές εκδόσεις ασφαλούς χρέους στο πρότυπο του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για τη χρηματοδότηση δημόσιων αγαθών, όπως η άμυνα, η πράσινη και η ψηφιακή μετάβαση και η ενεργειακή ασφάλεια, όπως αναλύεται και τονίζεται εμφατικά στις Εκθέσεις Draghi και Letta.
Η αντιμετώπιση των παραπάνω προκλήσεων προϋποθέτει δράση σε πολλαπλά μέτωπα, με τη μία ενέργεια να συμπληρώνει την άλλη. Φανταστείτε τις ενέργειες αυτές σαν μια σειρά αλληλένδετων πυλώνων.
Πρώτον, αύξηση της δυνητικής ανάπτυξης – μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, καινοτομίας, άρσης των έμμεσων περιορισμών στο εμπόριο αγαθών, στις υπηρεσίες και στην κίνηση κεφαλαίων εντός της Ευρώπης, καθώς και μέσω απλοποίησης και εναρμόνισης των κανόνων της Ενιαίας Αγοράς, όπως προτείνεται στην έκθεση Letta, ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν να προσαρμόζονται ταχύτερα και να κλιμακώνουν τις επενδύσεις τους. Μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν τη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό, τις δεξιότητες και την παραγωγικότητα, που στηρίζουν την καινοτομία και που επιταχύνουν την υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης και την ενεργειακή μετάβαση εντάσσονται στο πλαίσιο της ίδιας προσπάθειας.
Οι κεφαλαιαγορές είναι ο δεύτερος και πιο καίριος πυλώνας. Η ολοκλήρωση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων θα βελτιώσει την κατανομή του κεφαλαίου και θα παράσχει στις αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις τη χρηματοδότηση που χρειάζονται και που η έλλειψή της πολύ συχνά εξωθεί τις πλέον υποσχόμενες εταιρίες της Ευρώπης να μεταφέρουν την έδρα τους στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Χρηματοδοτικά μέσα που εκδίδονται από κοινού – όπως κατά μείζονα λόγο ένα κοινό ευρωπαϊκό ασφαλές περιουσιακό στοιχείο – θα ενδυνάμωναν την ικανότητα της Ένωσης να απορροφά συμμετρικούς κλυδωνισμούς, θα μείωναν τον κατακερματισμό και θα χρηματοδοτούσαν κοινές προτεραιότητες.
Ο τρίτος πυλώνας είναι η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης. Η σταθερή πορεία προς τη θέσπιση ενός Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασφάλισης Καταθέσεων με σαφή χρονοδιάγραμμα θα ήταν το φυσικό επόμενο βήμα για τη στήριξη των διασυνοριακών τραπεζικών δραστηριοτήτων και της ελεύθερης κίνησης κεφαλαίων και ρευστότητας σε ολόκληρη την Ευρώπη, με εμφανή οφέλη για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την ανταγωνιστικότητα των τραπεζών.
Ενώ κάθε ένα από τα μέτρα αυτά θα συμβάλει στην ενίσχυση του διεθνούς ρόλου του ενιαίου νομίσματος, ένα ψηφιακό ευρώ θα έπαιζε εξίσου σημαντικό ρόλο. Το ψηφιακό ευρώ έχει εφαρμογή στο σκέλος των συναλλαγών λιανικής – μια ψηφιακή μορφή μετρητών για τις καθημερινές πληρωμές που θα συμπληρώνει αντί να αντικαθιστά τα τραπεζογραμμάτια και τις ιδιωτικές λύσεις. Όσον αφορά τις συναλλαγές χονδρικής, το έργο Pontes και η πρωτοβουλία Appia φιλοδοξούν να δημιουργήσουν ένα πρωτοποριακό, καινοτόμο και ολοκληρωμένο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό οικοσύστημα με βάση την τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού (DLT).
Τέλος, τα εύρωστα δημόσια οικονομικά αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση ώστε οι κυβερνήσεις να μπορούν να αυξήσουν τις δαπάνες με αξιόπιστο τρόπο στους πλέον νευραλγικούς τομείς – άμυνα, υποδομές, καινοτομία – χωρίς να υπονομεύεται η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.
Εν κατακλείδι:
Η Ευρώπη και η Ελλάδα αντιμετωπίζουν ένα εξαιρετικά απαιτητικό και ρευστό εξωτερικό περιβάλλον. Ωστόσο, οι διαταραχές δημιουργούν και ευκαιρίες.
Η νομισματική πολιτική θα συνεχίσει να κάνει ό,τι χρειάζεται για τη διαφύλαξη της σταθερότητας των τιμών, ενώ η μακροχρόνια ευημερία της Ευρώπης θα εξαρτηθεί ολοένα περισσότερο από την ικανότητα να αυξηθεί η παραγωγικότητα , να βαθύνει η Ενιαία Αγορά, να ολοκληρωθεί η Τραπεζική Ένωση και η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, να κινητοποιηθούν ιδιωτικά κεφάλαια και να ενισχυθεί η οικονομική ανθεκτικότητα.
Οι χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με δημοσιονομικά προβλήματα θα πρέπει θαρραλέα να τα αντιμετωπίσουν, όπως ακριβώς έκαναν οι Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Κύπρος, και η Πορτογαλία 16 χρόνια πριν, αντιμετωπίζοντας τότε πολύ πιο δύσκολες συνθήκες και καταστάσεις από τις τρέχουσες, αποτελώντας σήμερα παράδειγμα προς μίμηση από παράδειγμα προς αποφυγή που ήταν τότε. Αν δυο σημαντικά μαθήματα έχουμε πάρει από τότε, αυτά είναι: Πρώτον, ότι όλα τα οικονομικά προβλήματα έχουν λύση, αρκεί να υπάρχει η πολιτική βούληση να εφαρμοστεί η κατάλληλη πολιτική. Τόσο από τις εθνικές κυβερνήσεις και θεσμούς, όσο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Αυτό το «δίδυμο», αφενός της εθνικής ιδιοκτησίας των προβλημάτων με την υιοθέτηση και εφαρμογή αντίστοιχων εθνικών λύσεων, αφετέρου της γενναιόδωρης εφαρμογής κοινοτικών πολιτικών οικονομικής βοήθειας και συνοχής, επέλυσε τα πολύ δύσκολα προβλήματα εκείνης της εποχής. Και ήταν αμοιβαίως επωφελείς οι λύσεις: Όλοι κέρδισαν, οι δανειζόμενοι και οι δανειστές. Δεύτερον, ότι η καθυστέρηση αναγνώρισης, αποδοχής και επίλυσης των προβλημάτων, αυξάνει το τελικό συνολικό κόστος επίλυσής τους.
Οι εκθέσεις Draghi και Letta προσφέρουν έναν χάρτη που δείχνει τον δρόμο για την αύξηση της ευημερίας και την ασφάλεια στο μέλλον. Μετά από δύο και πλέον χρόνια από τη δημοσιοποίησή τους, ήρθε η ώρα να ενταθούν οι προσπάθειες για το μέλλον.
Η Ελλάδα θα πρέπει να διατηρήσει το κεκτημένο της υπεύθυνης δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής, καθώς και να εντείνει τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειές της, προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγικότητα και η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα, βελτιώνοντας έτσι και τον δυνητικό ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Με τον τρόπο αυτό θα ελαχιστοποιήσει και τους κινδύνους από το ταραγμένο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.