Πάει αρκετός καιρός που έχω να ανέβω και να περιπλανηθώ στην ορεινή πατρίδα και μου λείπουν πολύ ο ζωντανός αέρας της και η συνομιλία με το τόπο και των στοιχεία αλλά όμως δεν έχω παράπονο από εικόνες και πληροφορίες γύρω από την κατάσταση …
Έτσι ήταν σαν να περίμενα την χθεσινή πληροφορία από ένα καλό φίλο που πέρασε προχθές από τον δρόμο Αγρίνιο – Καρπενήσι και στεναχωρέθηκε που είδε τα ελατοδάση στην περιοχή του Αγίου Βλασίου αλλά και στην επόμενη διαδρομή που παρουσιάζουν οικτρή εικόνα από την ξηρασία. Ξέροντας το ενδιαφέρον μου για την ύπαιθρο χώρα μου τηλεφώνησε να μου μεταφέρει την κακή είδηση και να μιλήσουμε πάνω σε αυτό.
Εγώ δεν είχα τι να πω, μεγάλωσα στις παρυφές του μεγάλου ελατόδασους του Ανατολικού Τυμφρηστού που ζώνει το χωριό μου, τη Μεγάλη Κάψη και έζησα τις τελευταίες σκηνές της σχέσης των συγχωριανών μου με αυτό, σχέσης που διέπονταν από σεβασμό των κανόνων που συμπύκνωνε η εμπειρία της συμβίωσης με αυτό και βεβαίως, από της συστάσεώς του και εντεύθεν, με τις προδιαγραφές που επέβαλλε, με τον τρόπο του, το «Δασαρχείο». Έτσι ήξεραν να λένε την Δασική Υπηρεσία οι συγχωριανοί μου και ο δασοφύλακας που κατοικούσε μάλιστα στη Μεγάλη Κάψη και είχε υπό την εποπτεία του όλη την έκταση των ανατολικών κλιτύων του Τυμφρηστού, εμπέδωνε την παρουσία του κράτους στην περιοχή.
Τούτο δεν περιόριζε τις δραστηριότητες των συγχωριανών στο δάσος, τη βοσκή κατ’ αρχάς που ήταν ελεύθερη παντού εκτός από ένα τμήμα που είχε αναδασωθεί, την κλαδονομή στις βελανιδιές υπό όρους και λίγο διάστημα το καλοκαίρι και κατ’ εξαίρεση στα έλατα το χειμώνα και φυσικά την προμήθεια των ξύλων για κάθε σπίτι. Τα περισσότερα ξύλα προέρχονταν από ξηραμένα δέντρα ή κάποια που έριξε το χιόνι και επρόκειτο για ολόκληρη επιχείρηση καθώς ακόμη δεν είχαν έρθει στο χωριό τα αλυσοπρίονα και το κόψιμο και ο τεμαχισμός τους γίνονταν με κόφτρες που απαιτούσαν δυο άτομα στη λειτουργία τους και επιστράτευση όλων των φορτιάρικων ζώων της γειτονιάς για τη μεταφορά τους.
Αναφέρομαι στην εποχή πριν από το 1970, εποχή κατά την οποία κάπνιζαν ακόμη 70 τζάκια στο χωριό και οι ανάγκες των νοικοκυριών ήταν τεράστιες και εξυπηρετούνταν από τα ξερά δέντρα, έλατα κυρίως καστανιές και λιγότερο βελανιδιές. Το ξηρό έλατο ήταν αυτό που θα κάλυπτε τις ανάγκες όλου του χειμώνα και το κόψιμό του γίνονταν πάντα με άδεια του δασικού. Απ' αυτό έβγαιναν τα κούτσουρα για το τζάκι, τα χοντρά κλαριά για το νοικοκυριό, οι φλούδες και τα κάθε άλλο μέρος του για τις ανάγκες του σπιτιού. Στην κυριολεξία δεν έμεινε τίποτα απ’ αυτό στο δάσος, σε βαθμό που ούτε φαίνονταν αν ήταν ποτέ εκεί. Με αυτόν τον τρόπο απομακρύνονταν και η αιτία που πιθανώς το ξέρανε…
Τα γράφω αυτά γιατί διαβάζω ένα σωρό εκτιμήσεις από τους ειδικούς και μη για την ξήρανση των ελάτων και λένε για αποστράγγιση των εδαφών, κλιματική αλλαγή, εξάπλωση μυκήτων και άλλες αιτίες και πίσω απ’ αυτές μόλις που αχνοφαίνεται η πληθυσμιακή κατάρρευση της υπαίθρου και της υποβάθμισης της παραδοσιακής συμβίωσης των ανθρώπων με το δάσος. Μοιραία έρχεται και αυτό, η ερήμωση της υπαίθρου, η μεγαλύτερη που έχει παρατηρηθεί στην ιστορία του τόπου και εξαιτίας αυτού ασθενεί η φύση και πεθαίνει χωρίς να της συμπαραστέκεται ένας άνθρωπος και το χειρότερο, να βρεθεί κάποιος όπως κάποτε να απομακρύνει με σεβασμό το νεκρό δέντρο.
Όλα αυτά που ακούγονται από τις σχετικές υπηρεσίες είναι επιφανειακές προσεγγίσεις και λύσεις, όπως και η ανάθεση της πρόληψης και της απόσυρσης της νεκρής ύλης (σε συνδυασμό με αμφίβολη πυροπροστασία) σε διάφορες ειδικές εταιρείες δεν θα έχουν κανένα αποτέλεσμα γιατί από εκεί θα λείπει ο άνθρωπος που έζησε με τα έλατα και περπάτησε στο δάσος…

