«Κείες τὲς δάφνες ποὺ ἐσκορπίστε τώρα πλέον δὲν τὲς πατεῖ,
καὶ τὸ χέρι ὁποῦ ἐφιλῆστε πλέον,
ἃ πλέον δὲν εὐλογεῖ».
Διονύσιος Σολωμός - Ύμνος εις την Ελευθερίαν (στροφή 134η)
«Μεγάλη, τρομερή, μὲ τὰ πτερὰ ἀπλωμένα
καθὼς ἀετὸς ἀκίνητος, κρέμεται στὸν ἀέρα
ψηλὰ ἡ Διχόνοια
«Ἐγώ» φωνάζει, «ἐγώ
ἀπὸ τὸν κόσμον ἔσβησα
ἕνα λαόν∙ καὶ ταύτην
τὴν γῆν ἐξολοθρεύσασα
τώρα ἐορτάζω»
Ω Ελλάς! – ω πατρίς μου!
ἐλπίδων γλυκυτάτων μήτηρ!
σε βλέπω ἀκόμα
ζῶσαν καὶ μαχομένην
καὶ ἀναλαμβάνω
Ἀλλ’ ἔφθασεν ἡ ἡμέρα
κινδύνου∙ ἡ δοξασμένη
δάφνη τῆς κεφαλῆς σου
τρέμει∙ κι ὁ ἐχθρὸς προσέχει
νὰ τὴν ἁρπάξῃ.
Μάθε ὅτι εἰς τοὺς χοροὺς
τῶν πολέμων, ὡς ἔσωσεν
ἡ ἀνδρεία τὸν στρατιώτην,
οὕτω εἰς αὐτοὺς ἡ ὁμόνοια
σῶνει τὰ ἔθνη».
Ανδρέα Κάλβου: Το Φάσμα
Δύο φωνές που στάθηκαν στην αρχή — όχι μόνο ενός κράτους, αλλά μιας γλώσσας που έμαθε να σηκώνει το βάρος της ελευθερίας. Ο Διονύσιος Σολωμός και ο Ανδρέας Κάλβος δεν ανήκουν απλώς στο παρελθόν· επιμένουν μέσα στη φωνή κάθε στίχου που αρνείται να ξεχάσει.
Στους στίχους που προηγήθηκαν, η δάφνη τρέμει ακόμη, και η Διχόνοια στέκει πάνω από τον κόσμο σαν σκιά που δεν έπαψε να επιστρέφει. Κι όμως, μέσα από την ίδια τη ρωγμή, διασώζεται κάτι από την πρώτη εκείνη υπόσχεση: ότι η γλώσσα μπορεί να γίνει τόπος κοινός, και η μνήμη πράξη.
Να μνημονεύουμε, λοιπόν — όχι τελετουργικά, αλλά ενεργά. Όπως το θέλησε ο Οδυσσέας Ελύτης: ως μια πράξη συνέχειας, όπου η ποίηση δεν αναπαύεται, αλλά μεταδίδεται.
* Ο τίτλος παραπέμπει στο Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη.
