ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ένα μπαλκόνι που πέφτει δεν νοιάζεται ποιος είναι από κάτω…

1_11

Όταν η φθορά είναι γνωστή, αλλά η ευθύνη δεν ανήκει σε κανέναν — ένα δυστύχημα που δεν ήταν ατύχημα

Δεν είναι το μπαλκόνι που έπεσε. Είναι αυτό που απόμεινε απ’ αυτό σε ένα πεζοδρόμιο στην περιοχή Καλάμια στην Κόρινθο: ένα κομμάτι τσιμέντου, αποκομμένο από το κτίριο στο οποίο κρεμόταν για χρόνια, ακουμπισμένο τώρα στο πεζοδρόμιο σαν κάτι που δεν ανήκει πια πουθενά. Γύρω του, η κόκκινη κορδέλα που πάντα έρχεται μετά, να οριοθετήσει αυτό που δεν πρόλαβε να προληφθεί, και δύο πυροσβέστες εξετάζουν ένα ατύχημα που κανείς δεν περίμενε ότι θα συμβεί εκεί.

Εκεί, σε αυτή τη στενή λωρίδα ανάμεσα σε έναν τοίχο και τον δρόμο με τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, συνέβη κάτι που στην Ελλάδα είναι σπάνιο αλλά ποτέ αδιανόητο. Γιατί τα μπαλκόνια δεν πέφτουν έτσι ξαφνικά. Πέφτουν όταν χαλαρώνουν οι αρμοί που τα συνδέουν με τα κτίρια, όταν υπονομεύονται από την υγρασία που φουσκώνει το σίδερο, όταν τις μικρές ρωγμές στους τοίχους κανείς δεν τις βλέπει να μεγαλώνουν. Και όταν πέφτουν, δεν λογαριάζουν ποιος βρίσκεται από κάτω.

Στην Ελλάδα δεν φοβόμαστε τα κτίρια. Τα αγνοούμε. Ζούμε μαζί τους σαν να είναι δεδομένα. Σαν να αντέχουν από μόνα τους, σαν να μη χρειάζονται φροντίδα — παρά μόνο όταν αρχίσουν να πέφτουν και κινδυνεύουν οι περαστικοί. Και τότε είναι αργά.

Και όμως, οι πόλεις μας είναι γεμάτες από τέτοιους σιωπηλούς κινδύνους. Η Αθήνα —και ιδίως το κέντρο της— είναι διάσπαρτη από κτίρια κουρασμένα, μπαλκόνια που στέκονται από συνήθεια, όψεις που θρυμματίζονται σιωπηλά. Δεν είναι η εξαίρεση. Είναι η καθημερινότητα που απλώς δεν έχει ακόμη συμβεί.

Κανείς δεν ελέγχει συστηματικά, ούτε πιέζει πραγματικά. Η ευθύνη διαχέεται μέχρι να εξαφανιστεί. Και ό,τι δεν έχει υπεύθυνο, αργά ή γρήγορα, βρίσκει θύμα. Μέσα σε αυτή τη διάχυση, όλα μοιάζουν προσωρινά ασφαλή.

Δεν ήταν μια γυναίκα που περνούσε το θύμα του μπαλκονιού στην Κόρινθο. Ήταν μια γυναίκα που επέστρεφε στην πατρίδα της από τη Γερμανία, για λίγες μέρες, για το Πάσχα. Με τον σύζυγό της και τα τρία παιδιά τους. Περπατούσε σε ένα πεζοδρόμιο χωρίς να κοιτάζει τι είναι από πάνω από το κεφάλι της. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει.

Κι όμως, τίποτα δεν ήταν ξαφνικό. Κάπου αυτό είχε αρχίσει χρόνια πριν. Στο σκυρόδεμα που κουράστηκε. Στο σίδερο που οξειδώθηκε. Στην εγκατάλειψη που όλοι γνώριζαν και κανείς δεν δήλωνε. Στις εργασίες που γίνονται χωρίς μέτρα — ή χωρίς ευθύνη. Σε ένα κτίριο που ήταν «εκεί», αλλά δεν ανήκε πια σε κανέναν.

Η πόλη έχει αυτή την ιδιότητα: μοιράζει την ευθύνη μέχρι να τη διαλύσει. Κάθε μπαλκόνι ανήκει σε κάποιον και ταυτόχρονα σε όλους. Κι έτσι, στο τέλος, δεν ανήκει σε κανέναν. Και τότε, κάποια στιγμή, διαλέγει τη στιγμή. Τη στιγμή που απλώς συνέπεσε με μια ζωή από κάτω.

Αύριο, το πεζοδρόμιο θα καθαριστεί και η κορδέλα θα φύγει. Το σημείο θα επιστρέψει στην καθημερινότητά του. Κάποιος θα περάσει από εκεί. Θα προσέξει για λίγο. Ίσως σηκώσει το βλέμμα. Και μετά θα το χαμηλώσει ξανά. Όπως πάντα.