paidi

Στην κεντρική φωτογραφία: Το παιδί και το τύμπανο. Όρθιο, χωρίς ροή, χωρίς βιασύνη. Το πρώτο χτύπημα δεν είναι ρυθμός — είναι χώρος

Είχα χρόνια να περπατήσω τη γιορτινή Αθήνα. Κάποτε το έκανα συστηματικά: φωτογράφιζα, κρατούσα σημειώσεις, γύριζα σπίτι και έγραφα για ότι έβλεπα και με συγκινούσε. Έτσι, σχεδόν χωρίς να το καταλάβω, συγκροτήθηκε ένα αρχείο είκοσι χρόνων — όχι τόσο της πόλης όσο του τρόπου που η πόλη ήθελε να βλέπει τον εαυτό της τις γιορτές και σκέφτομαι να προχωρήσω σε μια έκδοση να την έχουμε όλοι.

Φέτος δεν με τραβούσε τίποτα. Άκουγα στα πρόθυμα ραδιόφωνα για πολύ κόσμο να κινείται στο λεγόμενο «εμπορικό κέντρο», ότι η αγοραστική δυνατότητα είναι όμως περιορισμένη, για περισσότερους τουρίστες από την Ασία, για δρόμους και πλατείες κλεισμένους από πρόχειρες εορταστικές κατασκευές και έναν διάκοσμο φτηνό όχι μόνο υλικά αλλά και συμβολικά. Πράγματα που ακούγονται μονότονα κάθε χρόνο…

Η πόλη αυτές τις μέρες θυμίζει πάγκο με προϊόντα εκτός εποχής. Φράουλες κατακόκκινες τον χειμώνα. Καλαμπόκια που αχνίζουν κάτω από χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια. Μουσικές ασυνάρτητες σε πολλές γωνίες, χορευτές που δίνουν βιαστικές παραστάσεις, λουκουμάδες με μυρωδιά καμένου φοινικέλαιου. Όλα διαθέσιμα, όλα παρόντα, όλα αποκομμένα από τον ρυθμό που τα γέννησε. Πλαστικά υποπροϊόντα μιας χρήσης στο δρόμο αλλά και πίσω από τις ομοιόμορφες βιτρίνες να προσπαθούν να προκαλέσουν ένα αδιάφορο κοινό που στριμώχνεται απολαμβάνοντας τάχα την εορταστική ατμόσφαιρα της άμοιρης πόλης.  

Μέσα σ’ αυτή την απορρύθμιση, τα παιδιά φαίνονται περισσότερο απ’ όλους — όχι γιατί χαίρονται, αλλά γιατί ασφυκτιούν. Πολλοί κατεβαίνουν στο κέντρο με παιδιά σε καροτσάκια που σφηνώνουν στο πλήθος. Τα καροτσάκια προχωρούν με μικρά, νευρικά σπρωξίματα, χαμηλά, στο ύψος των ποδιών. Κανείς δεν τα βλέπει πραγματικά. Δίπλα τους, σκυλιά τραβιούνται από λουριά, σηκώνονται (τα μικρόσωμα εννοείται) βιαστικά στην αγκαλιά για να μην πατηθούν, εκτίθενται σε έναν θόρυβο και μια ένταση που δεν τους ανήκει. Η φροντίδα εδώ γίνεται δοκιμασία. Η παρουσία γίνεται αντοχή.

Και τότε, λίγα μέτρα πιο πέρα, στο Μοναστηράκι, ένα παιδί στάθηκε όρθιο απέναντι στους μουσικούς. Δεν το έσπρωχνε κανείς. Δεν το τραβούσε κανείς. Δεν το φωτογράφιζε κανείς. Ένας από τους μουσικούς έγειρε ελαφρά το τύμπανο προς το μέρος του. Το παιδί άπλωσε το χέρι. Δεν έπαιζε· δοκίμαζε. Δοκίμαζε τον ήχο, τη δόνηση, την αντίσταση του δέρματος. Σαν να ρωτούσε αν υπάρχει ακόμα χώρος για το πρώτο χτύπημα. Για το αδέξιο. Για αυτό που δεν είναι έτοιμο.

Σε μια γιορτή που λειτουργεί όλο και περισσότερο ως σκηνή, πάγκος και θέαμα, εκείνη η στιγμή δεν παρήγαγε τίποτα. Δεν πούλησε, δεν εντυπωσίασε, δεν βιάστηκε. Ήταν αργή. Και γι’ αυτό πολύτιμη. Όσο και το μάτι της μητέρας του που το παρακολουθούσε τρυφερά από απόσταση καθώς και των μουσικών που έβλεπαν την κίνηση του παιδιού με σοβαρότητα.

Οι μουσικοί δεν το έκαναν θέαμα. Δεν χειροκρότησαν. Το άφησαν να σταθεί μέσα στον ήχο, όπως αφήνεις κάποιον να σταθεί μέσα στον χρόνο του. Αυτός ο σεβασμός —σπάνιος πια στον δημόσιο χώρο— ήταν ίσως η πιο καθαρή μορφή γιορτής που συνάντησα φέτος. Το παιδί αυτό δεν εκπροσωπεί την αθωότητα. Εκπροσωπεί τη δυνατότητα συμμετοχής χωρίς ασφυξία. Κι όσο ένα παιδί μπορεί να πλησιάσει έναν ήχο χωρίς να σπρωχτεί, χωρίς να βιαστεί, χωρίς να χρησιμοποιηθεί, η πόλη δεν έχει χάσει εντελώς τον ρυθμό της.