Την πρωτοφανή στα κοινοτικά χρονικά απόφαση πήραν στο Λουξεμβούργο οι Υπουργοί Κοινωνικών Υποθέσεων της Κοινότητας να απομακρύνουν από την φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό 20 εκατομμύρια Ευρωπαίους πολίτες τα δέκα επόμενα χρόνια.
Η απόφαση αυτή θα ενταχθεί στη μελλοντική οικονομική και κοινωνική πολιτική της Ένωσης που θα έχει ορίζοντα το 2020 και θα συνδέεται με το στόχο τη δημιουργία θέσεων εργασίας για τους πολίτες ηλικίας 20-64 ετών που θα καλύπτουν το 75% του συνολικού αριθμού τους.
Συγκεκριμένα, οι Υπουργοί αποφάσισαν να υπολογίσουν τον αριθμό των φτωχών μέσα στην Ένωση με τρεις τρόπους. Ο πρώτος, πιο γνωστός και «κλασσικός» είναι κάθε άνθρωπος που ζει με λιγότερα από το 60% του μέσου εθνικού εισοδήματος εμφανίζει κίνδυνο απειλής από την φτώχεια. Περίπου 80 εκατομμύρια ευρωπαίοι (το 16% του κοινοτικού πληθυσμού) εκ των οποίων 19 εκατ. είναι παιδιά, βρίσκονται σ αυτή την κατάσταση. Στην Ελλάδα σύμφωνα με τα στοιχεία της Γιούροστατ και πριν από την μεγάλη οικονομική κρίση απειλούνταν από τον κίνδυνο της φτώχειας ένας στους πέντε Έλληνες δηλαδή το 20% του ελληνικού πληθυσμού.
Στο κριτήριο αυτό προτάθηκε και έγινε αποδεκτό να προστεθούν δύο ακόμη:: ++ « το επίπεδο (ποσοστό) υλικής στέρησης» (σ.σ. όχι διακοπές, αδυναμία κάλυψης μιας απρόβλεπτης δαπάνης, καθυστέρηση πληρωμής λογαριασμών νερού, ηλεκτρικού κ.λ.π., καθυστέρηση αποπληρωμής χρεών , δόσεων και ενοικίου, αραιή κατανάλωση κρέατος, μη ικανοποιητική θέρμανση του σπιτιού, όχι δέκτης τηλεόρασης όχι πλυντήριο ρούχων, όχι τηλέφωνο κ.λ.π.) και ++ « το γεγονός ότι τα αυτά τα απειλούμενα από τη φτώχεια άτομα ζουν σε νοικοκυριά χωρίς μια θέση εργασίας» . Αυτοί οι τρεις δείκτες ανεβάζουν τον αριθμό των «φτωχών» μέσα στην Κοινότητα στα 120 εκατομμύρια άτομα.
Οι Υπουργοί χαρακτήρισαν το στόχο αυτό ιδιαίτερα «φιλόδοξο», ενώ πολλοί αμφισβήτησαν τις δυνατότητες επίτευξης του. Για το λόγο αυτό αποφάσισαν να κάνουν έναν πρώτο απολογισμό των επιτυχιών-αποτυχιών τους σ αυτό τομέα το 2015.