Αγεφύρωτο παραμένει το χάσμα μεταξύ κυβέρνησης και θεσμών με αιχμή το ασφαλιστικό καθώς οι δανειστές αναμένεται να σκληρύνουν τη στάση τους απαιτώντας μειώσεις στις κύριες συντάξεις ενώ ανυποχώρητη στάση θα κρατήσει και η κυβέρνηση, τονίζοντας ότι η προστασία των κύριων συντάξεων αποτελεί κόκκινη γραμμή στη διαπραγμάτευση.
Ο πρωθυπουργός, μιλώντας χθες στη δημόσια τηλεόραση δεσμεύτηκε ότι δε θα περικοπούν οι κύριες συντάξεις. Αντίθετα επέμεινε ότι η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών για ένα χρονικό διάστημα αποτελεί προσφορότερη λύση προκειμένου να μην υποστεί για 12η φορά μείωση η αδύναμη κατηγορία των συνταξιούχων.
Άφησε μάλιστα αιχμές κατά του ΣΕΒ, ο οποίος αποκρούει την αύξηση των εργοδοτικών εισφορών με το επιχείρημα ότι θα οδηγήσει σε όξυνση της ανεργίας και της αδήλωτης εργασίας. Συγκεκριμένα, ο κ. Τσίπρας τόνισε ότι οι εργοδοτικές οργανώσεις δε θα έπρεπε να αντιδρούν για να υπάρξει κοινωνικό μοίρασμα της ευθύνης, θυμίζοντας ότι οι επιχειρήσεις ελαφρύνθηκαν από τη μείωση των εισφορών κατά 3,9 ποσοστιαίες μονάδες.
Ωστόσο οι δανειστές που θα συναντηθούν την Πέμπτη στην Αθήνα με τον υπουργό εργασίας κ. Γ. Κατρούγκαλο, έχουν διαμηνύσει σε όλους του τόνους ότι απορρίπτουν την πρόταση για αύξηση των εισφορών ως αντιαναπτυξιακή και επιμένουν όχι μόνο στη μείωση των κύριων συντάξεων αλλά και στην χορήγηση της εθνικής σύνταξης με εισοδηματικά κριτήρια.
«Τηρούμε τις κόκκινες γραμμές -τόνισε ο κ. Τσίπρας-. Δεν πρέπει να πάμε σε επώδυνες εκ νέου περικοπές. Είναι δύσκολη μάχη. Θα ήταν ευκολότερο για εμάς αν είχαμε την αντιπολίτευση και τις εργοδοτικές οργανώσεις. Να υπάρξει κοινωνικό μέρισμα της ευθύνης. Από τους συνταξιούχους ζουν οι άνεργοι. Ας αφήσουμε τις συντάξεις όπως είναι. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να βρούμε 600 εκατομμύρια».
Η εναλλακτική πρόταση της κυβέρνησης προβλέπει αύξηση των εισφορών κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες για 3 χρόνια έως ότου αρχίσει η ανάκαμψη της οικονομίας.
Συγκεκριμένα προτείνει αύξηση των εργοδοτικών εισφορών κατά μία μονάδα στις κύριες συντάξεις (εκτιμάται ότι θα αποφέρει έσοδα 300 εκ ευρώ ετησίως στο ΙΚΑ) και αύξηση των εισφορών κατά μία ποσοστιαία μονάδα στις επικουρικές συντάξεις (0,5 για τους εργοδότες και 0,5 για τους εργαζόμενους).
Μ. Λ.