Ως ασφαλίστρια έχω ακούσει κάθε πιθανή και απίθανη ατάκα γύρω από την ασφάλεια αυτοκινήτου:
«Έχω το δικό μου συνεργείο», «Αν πάθω ζημιά, θα μου το φτιάξει ένας φίλος», «Δεν χρειάζομαι
ασφάλιση, δεν οδηγώ συχνά». Αυτές οι φράσεις δεν είναι απλώς παρεξηγήσεις – είναι επικίνδυνες αυταπάτες. Γιατί η ασφάλεια δεν είναι για το φανάρι και το τζάμι που έσπασε. Είναι για τον άνθρωπο.
Η ασφάλεια αυτοκινήτου – και ειδικά η κάλυψη της αστικής ευθύνης – δεν υπάρχει για να καλύψει το κόστος ενός στραβωμένου προφυλακτήρα. Υπάρχει για να καλύψει το κόστος της ευθύνης μας, όταν – από δικό μας λάθος – κάποιος άλλος υποστεί ζημιά. Κι αυτή η ζημιά μπορεί να μην είναι
απλώς μια γρατζουνιά στο καπό. Μπορεί να είναι μια νοσηλεία. Μια αναπηρία. Ακόμα και μια ανθρώπινη απώλεια.
Σε ένα τροχαίο ατύχημα, οι συνέπειες δεν μετριούνται μόνο σε ευρώ. Μετριούνται σε μέρες
χαμένες από την εργασία, σε παιδιά που μένουν χωρίς τον γονιό τους, σε οικογένειες που βλέπουν τη ζωή τους να αλλάζει από τη μια στιγμή στην άλλη. Και τότε, δεν είναι ο φαναρτζής που θα δώσει λύση. Είναι η ασφάλιση. Ο θεσμός που αναλαμβάνει την οικονομική αποκατάσταση εκείνου που έπαθε τη ζημιά, χωρίς να διαλυθεί η ζωή του υπαίτιου.
Το ίδιο ισχύει κι από την ανάποδη. Αν βρεθείς εσύ στη θέση του παθόντα, θες να ξέρεις ότι ο άλλος είναι ασφαλισμένος. Ότι δεν θα χρειαστεί να μπεις σε μακρόχρονες δικαστικές διαμάχες για να
αποζημιωθείς. Ότι υπάρχει ένα σύστημα που θα αναλάβει τη ζημιά, όσο μεγάλη κι αν είναι.
Και όσο κι αν κάποιοι αντιμετωπίζουν την ασφάλεια σαν αγγαρεία, στην πραγματικότητα είναι πράξη ενσυναίσθησης. Είναι η υπεύθυνη παραδοχή πως «αν, χωρίς να το θέλω, προκαλέσω κακό, δεσμεύομαι ότι θα το διορθώσω». Όχι με κουβέντες, αλλά με πράξεις. Όχι μόνο για το δικό μου
καλό, αλλά και για του άλλου.
Η ασφάλεια αυτοκινήτου – και όχι μόνο - είναι ένα από τα λίγα μέσα που διαθέτουμε για να μετατρέψουμε ένα τραγικό γεγονός σε κάτι λιγότερο καταστροφικό. Δεν είναι για να
αποφύγουμε το κόστος της επισκευής του αυτοκινήτου μας. Είναι για να αναλάβουμε την ευθύνη, όταν τα πράγματα πάνε στραβά. Είναι για να μπορούμε να κοιτάμε τον άλλον στα μάτια και να ξέρουμε πως, ακόμη κι αν φταίξαμε, κάναμε αυτό που έπρεπε.
Κι αυτό δεν είναι μια τυπική υποχρέωση. Είναι μια επιλογή υπευθυνότητας.
