mushrooms.jpg

Η φωτογραφία του Γρηγόρη Παπαγεωργίου, προέδρου της Στάγιας, που τρέχει στο διαδίκτυο με τη λεζάντα «Όταν η φύση σεβόταν τον εαυτό της», προκαλεί εντύπωση, αλλά γεννά και μια μεγάλη απορία: τι απέγινε ο πλούτος που χαρίζει αυτός ο ευλογημένος τόπος στους ανθρώπους του; Η Στάγια είναι ένα μικρό χωριό στον ορεινό όγκο της Οξυάς, στη Δυτική Φθιώτιδα, εκεί όπου το βουνό συνδέει σαν γέφυρα τον Τυμφρηστό με τα Βαρδούσια.

Η λεζάντα του Γρηγόρη έχει την πίκρα ενός ανθρώπου που βλέπει κάτι γνώριμο να αλλάζει. Κι αυτή η λέξη, ο σεβασμός, μένει στον νου. Μας βάζει να σκεφτούμε τη δική μας στάση απέναντι στη φύση, από την οποία περιμένουμε τόσα, συχνά χωρίς να αναρωτιόμαστε τι χρειάζεται για να συνεχίσει να μας τα προσφέρει.

Τα μανιτάρια με τα οποία μας προκαλεί ο Γρηγόρης είναι από το 2023. Η φωτογραφία θυμίζει εκείνα τα φθινόπωρα που ο καιρός ακολουθούσε τον ρυθμό που γνώριζαν και περίμεναν οι άνθρωποι του βουνού. Έβρεχε δυνατά τον Σεπτέμβριο, χόρταινε η γη νερό και ακολουθούσαν ζεστές ημέρες που αναζωογονούσαν την πλάση. Φύτρωναν χόρτα στα λιβάδια και κρατούσαν τη βοσκή μέχρι να χιονίσει, ανακουφίζονταν τα φυλλοβόλα δέντρα και ετοιμάζονταν να ρίξουν τα φύλλα τους. Και, με την κατάλληλη υγρασία και θερμοκρασία, ξεπρόβαλλαν τα μανιτάρια από το χώμα, στόλιζαν το δάσος και καλούσαν όσους εκτιμούν τη γεύση τους.

Ήξεραν οι ντόπιοι, αλλά και οι φίλοι των μανιταριών, πότε και πού θα αναζητήσουν τον θησαυρό της Οξυάς. Τον χαίρονταν οι παρέες που περπατούσαν κάθε φθινόπωρο στο πανέμορφο δάσος, ανάμεσα στις οξιές που έδωσαν στο βουνό το όνομά του. Απολάμβαναν τα μανιτάρια ψητά ή μαγειρευτά στο μικρό μαγαζί του χωριού, που αυτόν τον καιρό αριθμεί καμιά εικοσιπενταριά ανθρώπους. Τον χειμώνα, ο οποίος εκεί δεν αστειεύεται, απομένουν λιγότεροι από δέκα. Ορισμένοι επισκέπτες έπαιρναν και μανιτάρια μαζί τους, για να τα χαρούν στο σπίτι τους και να παρατείνουν λίγο την ευχαρίστηση της εκδρομής.

Από το 2024, όμως, όπως λένε ο Γρηγόρης και οι άνθρωποι που ζουν εκεί, τα πράγματα άλλαξαν. Τα μανιτάρια λιγόστεψαν. Οι ίδιοι συνδέουν τη μείωση με την παρατεταμένη αναβροχιά και την ξηρασία, με το χώμα που μένει στεγνό και τις βροχές που δεν έρχονται όταν τις περιμένουν. Παρατηρούν πως ορισμένα πράγματα δεν γίνονται πια στην ώρα τους. Και η ανησυχία τους δεν περιορίζεται στα μανιτάρια· αφορά τη βοσκή, τα δέντρα, τον γνώριμο ρυθμό του δάσους και της υπαίθρου.

Πριν από μερικές δεκαετίες, μια τέτοια έλλειψη θα βάραινε περισσότερο στο τραπέζι των κατοίκων, που συμπλήρωναν τη διατροφή τους με τα δώρα και τους καρπούς του δάσους. Ίσως να την αντιμετώπιζαν σαν μια κακή χρονιά, περιμένοντας την επόμενη να αποκαταστήσει τα πράγματα. Σήμερα, όμως, κάθε τέτοια παρατήρηση συνοδεύεται από ένα δυσκολότερο ερώτημα: πρόκειται για μια πρόσκαιρη στέρηση ή για μια αλλαγή που θα αποκτήσει διάρκεια;

Η μαρτυρία ενός χωριού δεν αρκεί από μόνη της για να εξηγήσει τι συμβαίνει σε ένα ολόκληρο δάσος. Αξίζει, όμως, να ακουστεί και να διερευνηθεί. Οι άνθρωποι που ζουν εκεί έχουν μέτρο σύγκρισης: θυμούνται πότε έπιαναν οι βροχές, πότε ξαναπρασίνιζαν τα λιβάδια, πότε έβγαιναν τα μανιτάρια. Ο σεβασμός στον τόπο περιλαμβάνει και την προσοχή σε αυτές τις φωνές, στην καθημερινή γνώση ανθρώπων που παρατηρούν όσα εμείς προσπερνούμε σε μια σύντομη εκδρομή.

Περιλαμβάνει ακόμη την αναγνώριση ότι αυτός ο πλούτος έχει όρια. Το νερό, το χώμα, τα δέντρα και οι καρποί τους χρειάζονται χρόνο και συνθήκες για να ανανεώνονται. Η ευχαρίστηση με την οποία γεμίζουμε ένα καλάθι μανιτάρια ή καθόμαστε στο τραπέζι του χωριού αξίζει να συνοδεύεται από λίγη έγνοια για το δάσος που μας τα πρόσφερε. Μια έγνοια που να μας ακολουθεί και όταν επιστρέφουμε στο σπίτι μας, στις καθημερινές μας συνήθειες και σε όσα δεχόμαστε να γίνονται στο όνομα της αξιοποίησης ενός τόπου.

Προς το παρόν, μοιραζόμαστε την ανησυχία με τον Γρηγόρη και τους φίλους από τη Στάγια. Θέλουμε, όμως, η κουβέντα να φτάσει παραπέρα. Να ακούσουμε εκείνους που παρατηρούν τον τόπο τους, να καταλάβουμε τι αλλάζει και να αναλάβουμε τις ευθύνες που μας αναλογούν, πριν συνηθίσουμε να θεωρούμε κάθε απώλεια φυσιολογική.

Γιατί τα μανιτάρια είναι ένα μικρό μόνο μέρος όσων μας προσφέρει το δάσος. Μαζί τους συνδέονται τα φθινοπωρινά περπατήματα, οι παρέες στο μικρό μαγαζί, η γνώση που περνά από τον έναν στον άλλο, η προσμονή ότι η γη θα ξαναδώσει τους καρπούς της. Όταν αυτή η προσμονή αρχίζει να κλονίζεται, η λεζάντα του Γρηγόρη επιστρέφει σαν ερώτημα προς όλους μας: εμείς πόσο σεβαστήκαμε τη φύση που μας έθρεψε και μας έδωσε τόσες χαρές; Και πώς θα δείξουμε αυτόν τον σεβασμό τώρα που χρειάζεται περισσότερο από ποτέ;

ΥΓ. Η Στάγια ανήκει στον Δήμο Μακρακώμης. Όποιος θέλει να τη γνωρίσει μπορεί να την προσεγγίσει μέσω Σπερχειάδας και Γαρδικίου, ακολουθώντας μια διαδρομή μέσα σε υπέροχη φύση, όχι μόνο το φθινόπωρο αλλά ολόκληρο τον χρόνο.

Σχετικά Tags