ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Ευρώπη στην κάλπη: Η άνοδος της ακροδεξιάς και οι νέοι πολιτικοί συσχετισμοί
Του Σπύρου Καπράλου
Σε μία κρίσιμη περίοδο, στην οποία οι τοπικές κοινωνίες σε ολόκληρη στην Ευρώπη αντιδρούν για τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, διαμορφώνεται ένα πολιτικό σκηνικό αβεβαιότητας για την επόμενη μέρα. Από τη μία πλευρά τα ακραία και υπερσυντηρητικά κόμματα έχουν εκμεταλλευτεί σε υψηλό βαθμό τη συγκυρία και καταγράφουν ήδη σημαντικές εκλογικές επιτυχίες, ενώ σε αρκετές χώρες προηγούνται στις μετρήσεις κοινής γνώμης. Ταυτόχρονα, τα φώτα της δημοσιότητας είναι στραμμένα στη Γαλλία, όπου εκεί το ενδεχόμενο να κόψει πρώτη το νήμα η Μαρί Λεπέν στις επερχόμενες προεδρικες εκλογές (18 Απριλίου) είναι υπαρκτότατο. Στην αντιπερα όχθη, οι παραδοσιακές δυνάμεις, αδυνατώντας στην πλειοψηφία τους να πιάσουν τον παλμό της εποχής και να απαντήσουν με πειστικά επιχειρήματα στην τρέχουσα απαιτητική ατζέντα, δίνουν κατά κύριο λόγο μάχες οπισθοφυλακής, προσπαθώντας να χτίσουν αναχώματα απέναντι στον άκρατο λαϊκισμό. Σε κάθε περίπτωση το επομενο εξάμηνο χαρακτηρίζεται σωστά από πολιτικούς αναλυτές κρίσιμο για το επέκεινα στην ενωμένη Ευρώπη. Εκλογικές αναμετρήσεις, όπως εκείνη της 18ης Απριλίου στη Γαλλία, όπου θα αναδειχθεί ο νέος ή η νέα Πρόεδρος στη χώρα αποκτούν ένα ειδικό ενδιαφέρον. Η περίπτωση της Γαλλίας αποτελεί βαρόμετρο για την ευρωπαϊκή πολιτική, ως ένας εκ των δύο βασικών πυλώνων του ενιαίου οικοδομήματος και ως δύναμη που ασκεί έντονη επιρροή στα κέντρα λήψης των αποφάσεων στις Βρυξέλλες και αλλού.
Οι τελευταίες μετρήσεις (π.χ Poll of the Polls της 22ης Οκτωβρίου) καταγράφουν σαφές προβάδισμα της Μαρί Λεπέν με 35%, έναντι 15% που συγκεντρώνει ο εκλεκτός της αριστεράς Μελανσόν. Υπάρχει πλέον ισχυρή πιθανότητα να είναι αυτό το δίδυμο που θα διεκδικήσει την Προεδρία στην τελική ευθεία. Κι ενώ ο απόηχος από τα τεράστια επεισόδια των τελευταίων εβδομάδων σε πολλές πόλεις της χώρας είναι ακόμα έντονος, το κόμμα της κας. Λεπέν με τη συνδρομή και της ηγετικής φυσιογνωμίας που ακούει στο όνομα Ζορντάν Μπαρντελά καταγράφει σημαντική διείσδυση στις τοπικές κοινωνίες, όπως αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις για τις βουλευτικές εκλογές και αγγίζει το 34% (ίδια πηγή με την προηγούμενη). Στο Παρίσι διαμορφώνονται πλέον δύο ισχυροί πόλοι, οι οποίοι στο δρόμο για τις κάλπες θα "δώσουν τα ρέστα τους" για να κινητοποιήσουν όλους, όσοι απήχαν τα προηγούμενα χρόνια από τις εκλογικές διαδικασίες, αλλά και να πείσουν τους ψηφοφόρους που βρίσκονται στη δεξαμενή των αναποφάσιστων. Το μόνο σίγουρο είναι ότι την επομένη των Προεδρικών εκλογών, η πολιτική εικόνα της χώρας θα είναι πολύ διαφορετική σε σχέση με τη σημερινή. Την ίδια ακριβώς μέρα, διεξάγεται μία ακόμη σημαντική αναμέτρηση για την ευρωπαϊκή επικράτεια στη Φινλανδία. Σοσιαλδημοκράτες (23%), κεντροδεξιοί (16%) και υπερσυντηρητικοί (16%) αναμένεται να δώσουν μια σκληρή μάχη. Πριν το λυκαυγές του 2027, το ενδιαφέρον εστιάζεται αναμφισβήτητα και στην περίπτωση της Ισπανίας. Η 29η Νοεμβρίου πλησιάζει και μετά το πρόσφατο τραγικό σιδηροδρομικό δυστύχημα, που έχασαν τη ζωή τους δεκάδες άνθρωποι, εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο θα επηρεαστεί η κοινή γνώμη και προς ποια κατεύθυνση. Μία πρόσφατη μέτρηση που δημοσιεύτηκε μία μόλις μέρα πριν (Poll of the Polls, 26/10), εμφάνισε το κεντροδεξιό κόμμα PP να προηγείται με 31%, έναντι 27% που συγκεντρώνουν οι Σοσιαλιστές του Σάντσεθ. Στην τρίτη θέση βρίσκεται το υπερσυντηρητικό VOX με 19%, τα στελέχη του οποίου έχουν ρίξει μεγάλο βάρος στην ανάδειξη του μεταναστευτικού ως κεντρικού ζητήματος της προεκλογικής περιόδου, μετά και τα δυσάρεστα γεγονότα στη Θέουτα. Σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη, τα ακραία κόμματα εμφανίζονται ιδιαίτερα ενισχυμένα και φιγουράρουν στην πρώτη θέση, όπως το AfD στη Γαλλία και το FPÖ στη γειτονική Αυστρία.
Η απάντηση στην άνοδο της ακροδεξιάς δεν μπορεί να είναι ούτε η αδιαφορία, ούτε η απαξίωση των πολιτών που εκφράζουν δυσαρέσκεια. Χρειάζεται περισσότερη αποτελεσματικότητα, δημοκρατική αξιοπιστία και ουσιαστική αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πώς θα περιοριστεί η επιρροή των ακραίων πολιτικών δυνάμεων, αλλά και πώς θα ξανακερδίσει η δημοκρατική Ευρώπη την εμπιστοσύνη των πολιτών της.