Μετράω τα χρόνια από τη μεγάλη ημέρα της 28ης Οκτωβρίου 1940. Την ημέρα που οι έφεδροι άνδρες του χωριού αποχαιρέτησαν μανάδες, πατεράδες, γυναίκες, παιδιά και γειτόνους, για να παρουσιαστούν στα κατά τόπους στρατόπεδα και να ετοιμαστούν για τον πόλεμο. Στην Πίνδο ήδη μαχόταν το απόσπασμα του Δαβάκη, ενώ στην Ήπειρο ο μέραρχος Κατσιμήτρος έθετε σε εφαρμογή το σχέδιο άμυνας απέναντι στην ιταλική εισβολή.
Καθένας στον δρόμο μετρούσε το μπόι του και σκεφτόταν την επιστροφή του.
Πέρασαν 86 χρόνια από εκείνη την ημέρα που ολόκληρο το έθνος φώναξε «παρών» και πήρε τα όπλα για να στηρίξει το μεγάλο «ΟΧΙ». Όλοι, λίγο πολύ, ήξεραν από πόλεμο. Άλλοι τον είχαν ζήσει και άλλοι είχαν ακούσει από τους πατεράδες και τους παππούδες τους ιστορίες από τους Βαλκανικούς Πολέμους και τη Μικρασία. Με αυτές τις μνήμες κίνησαν για το μέτωπο. Πίσω έμειναν οι γυναίκες, τα παιδιά, οι γέροντες και όσοι δεν μπορούσαν να πολεμήσουν, να κρατήσουν όρθια τα σπιτικά και τη ζωή σε κάθε τόπο.
Από εκείνον τον κόσμο λίγοι είναι πια στη ζωή — εκείνοι που τότε ήταν παιδιά. Ο ανθός της ελληνικής κοινωνίας κλήθηκε να πολεμήσει σε έναν πόλεμο που δεν διάλεξε, απέκρουσε τον εισβολέα με την αξία του και πλήρωσε βαρύ τίμημα στα ματωμένα χρόνια που ακολούθησαν. Οι άνθρωποι που γνωρίσαμε και ακούγαμε να διηγούνται ιστορίες ηρωισμού αλλά και έσχατης απελπισίας έφυγαν. Στη μνήμη τους ανάβουμε σήμερα ένα κερί, στις εκκλησιές και στα ξωκλήσια της Πίνδου, της Ροδόπης και των Αγράφων, παντού όπου κρατιέται ζωντανή η μνήμη όσων υπερασπίστηκαν την ελευθερία.
Τα μετράω τα χρόνια κι όσο μεγαλώνω τόσο πιο κοντά μου έρχεται εκείνη η ημέρα. Νιώθω τις σκιές αυτών των ανθρώπων να κινούνται μέσα στο τοπίο απόγνωσης που διαμορφώνεται στον κόσμο μας. Ένα τοπίο χωρίς ρίζες για να τραβήξει χυμούς η καρδιά, χωρίς μεγάλα δέντρα για να μετρηθεί το κορμί και χωρίς ψηλές κορυφές για να ζυγιστεί ο νους μαζί τους. Σκιές που περπατούν σε ένα χωράφι χέρσο, γεμάτο ζιζάνια, και αποφεύγουν το δάσος που γέμισε τέρατα και παραισθήσεις.
Δεν ξέρω γιατί αφήσαμε να στεγνώσουν τα λόγια των προγόνων. Όλοι έχουμε την ευθύνη μας. Ας προσπαθήσουμε, έστω κρατώντας ένα σημαιάκι, να φέρουμε έναν άλλο αέρα στον τόπο και να ημερώσει η ψυχή μας.
Το χρωστάμε σε αυτούς που πολέμησαν, αλλά και σε εκείνους που τους περίμεναν να γυρίσουν.
