Ένας άνθρωπος μπροστά στο πλημμυρισμένο σπίτι του στο Νεπάλ. Ένας αγρότης που κοιτάζει τα χωράφια του χαμένα κάτω από το νερό στη Θεσσαλία. Μια οικογένεια που επιστρέφει σε έναν καμένο οικισμό και αναζητεί, ανάμεσα στα συντρίμμια, ό,τι απέμεινε από τη ζωή της. Διαφορετικοί τόποι, διαφορετικές συνθήκες, η ίδια αγωνία: πώς συνεχίζεις όταν μέσα σε λίγες ώρες χάνεται αυτό που έχτιζες μια ολόκληρη ζωή;
Η σημερινή 13η Οκτωβρίου, Διεθνής Ημέρα Μείωσης του Κινδύνου Καταστροφών, μας καλεί να σταθούμε σε αυτή την αγωνία. Και κυρίως να αναρωτηθούμε τι κάνουμε πριν φτάσει η ώρα της διάσωσης, της καταμέτρησης των θυμάτων και των υποσχέσεων για αποκατάσταση. Γιατί ο σκοπός αυτής της ημέρας είναι ακριβώς να θυμίζει ότι ο κίνδυνος μπορεί να περιοριστεί με γνώση, προετοιμασία και έγκαιρη δράση.
Συνηθίζουμε να τις ονομάζουμε «φυσικές καταστροφές». Όμως το μέγεθος της καταστροφής δεν το καθορίζει μόνο η δύναμη του φυσικού φαινομένου. Το καθορίζουν και τα σπίτια που χτίσαμε, οι θέσεις που επιλέξαμε, οι υποδομές που συντηρήσαμε ή αφήσαμε να φθαρούν, η προστασία που εξασφαλίσαμε στους πιο ευάλωτους. Στη διαδρομή από μια επικίνδυνη βροχόπτωση μέχρι μια ανθρώπινη τραγωδία μεσολαβούν συχνά χρόνια αποφάσεων και παραλείψεων.
Το Νεπάλ μάς φαίνεται μακρινό, ώσπου να σταθούμε στις ιστορίες των ανθρώπων του. Οι καταστροφικές πλημμύρες, οι διασώσεις μέσα στα λασπόνερα, οι οικογένειες που εγκαταλείπουν τις εστίες τους φέρνουν κοντά μας έναν κόσμο που συνήθως προσπερνάμε στις ειδήσεις. Μετά την υποχώρηση του νερού, πρέπει να ξαναβρεθούν η στέγη, το καθαρό νερό, το σχολείο, η εργασία, η στοιχειώδης αίσθηση ασφάλειας. Η καταστροφή συνεχίζεται και όταν οι εικόνες της παύουν να μεταδίδονται.
Στην Ελλάδα έχουμε αρκετές δικές μας εικόνες για να καταλάβουμε. Τον Σεπτέμβριο του 2023, η κακοκαιρία Daniel έπληξε τη Θεσσαλία με εξαιρετικά μεγάλες ποσότητες βροχής. Χωριά πλημμύρισαν, άνθρωποι αναζήτησαν καταφύγιο στις στέγες, καλλιέργειες και υποδομές υπέστησαν τεράστιες ζημιές. Ένας από τους σημαντικότερους αγροτικούς τόπους της χώρας βρέθηκε αντιμέτωπος με μια καταστροφή που άγγιξε ταυτόχρονα την κατοικία, την παραγωγή και την επικοινωνία ανάμεσα στις κοινότητες.
Για τον άνθρωπο του κάμπου, το πλημμυρισμένο χωράφι σημαίνει πολύ περισσότερα από μια χαμένη σοδειά. Σημαίνει έξοδα που έχουν ήδη γίνει, υποχρεώσεις που τρέχουν, αβεβαιότητα για την επόμενη σπορά. Για τον ηλικιωμένο που εγκαταλείπει το σπίτι του, σημαίνει την απώλεια του γνώριμου κόσμου του. Και για ένα χωριό, η δοκιμασία συνεχίζεται με ένα δύσκολο ερώτημα: θα μπορέσουν οι άνθρωποί του να μείνουν και να ξαναστήσουν τη ζωή τους εκεί;
Το ίδιο ερώτημα αφήνουν πίσω τους οι μεγάλες πυρκαγιές. Το 2023, ο Έβρος και το δάσος της Δαδιάς γνώρισαν μια καταστροφική φωτιά, με ανθρώπινες απώλειες και τεράστιες καμένες εκτάσεις. Κάθε τέτοια απώλεια απλώνεται πέρα από το περίγραμμα που βλέπουμε στον χάρτη: αφορά την άγρια ζωή, τις δουλειές που συνδέονται με το δάσος, τη σχέση των κατοίκων με τον τόπο τους. Το πράσινο που χάθηκε δεν επιστρέφει με την ταχύτητα που αλλάζει η επικαιρότητα.
Η κλιματική αλλαγή κάνει την ανάγκη προετοιμασίας ακόμη πιο επιτακτική. Στη Μεσόγειο, η άνοδος της θερμοκρασίας εντείνει κινδύνους που συνδέονται με τη ζέστη, την ξηρασία και τις πυρκαγιές, ενώ σε τμήματα της περιοχής αυξάνεται και ο κίνδυνος από ακραίες βροχοπτώσεις. Η γνώση αυτή πρέπει να καθοδηγεί τον σχεδιασμό των έργων και την προστασία των οικισμών. Η επίκληση της κλιματικής κρίσης μετά από κάθε συμφορά δεν αρκεί ως απάντηση προς εκείνους που έχασαν τα πάντα.
Η πρόληψη χρειάζεται συνέχεια και δημόσιους πόρους. Χρειάζεται φροντίδα των δασών, χώρο για τη φυσική κίνηση του νερού, υποδομές σχεδιασμένες με βάση τον κίνδυνο και τακτική συντήρηση. Χρειάζεται υπηρεσίες με προσωπικό, σαφείς αρμοδιότητες και συνεργασία. Και χρειάζεται προειδοποιήσεις που να φτάνουν εγκαίρως στους ανθρώπους, μαζί με πραγματική δυνατότητα να προστατευτούν.
Γιατί πίσω από την εντολή «απομακρυνθείτε» υπάρχει πάντα ένα πρακτικό ερώτημα: πώς θα φύγει ο ηλικιωμένος που ζει μόνος, ο άνθρωπος με αναπηρία, η οικογένεια χωρίς μεταφορικό μέσο; Η προστασία κρίνεται και από την απάντηση που έχουμε ετοιμάσει γι’ αυτούς.
Χρειάζεται, ακόμη, μέριμνα για την επόμενη μέρα. Για να μπορέσει ο αγρότης να καλλιεργήσει ξανά, ο επαγγελματίας να ανοίξει το μαγαζί του, το παιδί να επιστρέψει στο σχολείο του. Για να μη μετατραπεί η προσωρινή απομάκρυνση σε οριστικό ξεριζωμό. Η αποκατάσταση ενός τόπου αποκτά ουσία όταν δίνει στους ανθρώπους του τη δυνατότητα να συνεχίσουν να ζουν εκεί, με καλύτερους όρους προστασίας.
Πόσο ασφαλής είναι, λοιπόν, ο κόσμος μας; Καμία κοινωνία δεν μπορεί να υποσχεθεί απόλυτη ασφάλεια. Μπορεί όμως να λογοδοτεί για όσα έκανε ώστε να περιορίσει τον κίνδυνο. Για όσα γνώριζε και αντιμετώπισε εγκαίρως. Για τους ανθρώπους που φρόντισε να μη μείνουν αβοήθητοι.
Από το Νεπάλ ως τη Θεσσαλία και από τα καμένα δάση ως τις πλημμυρισμένες γειτονιές, το αίτημα είναι συγκεκριμένο: να μπορούμε να ζούμε στον τόπο μας με περισσότερη ασφάλεια. Να έχει αξία η ζωή και πριν κινδυνεύσει. Να φτάνει η φροντίδα πριν από την καταστροφή.
Δρόμοι μεταμορφωμένοι σε υδάτινα περάσματα, σπίτια περικυκλωμένα από νερό και διασώστες με βάρκες ανάμεσα στις αυλές. Η εικόνα της πλημμυρισμένης Θεσσαλίας θέτει το ερώτημα: πόσο προετοιμασμένοι είμαστε να προστατεύσουμε τους ανθρώπους και τους τόπους μας;
Διασώστες απομακρύνουν ηλικιωμένους με φουσκωτή βάρκα μέσα από πλημμυρισμένο δρόμο. Η προστασία των πιο ευάλωτων απαιτεί έγκαιρη προειδοποίηση, συγκεκριμένο σχέδιο και ανθρώπους που θα φτάσουν κοντά τους όταν χρειαστεί.
Μαυρισμένοι κορμοί και έδαφος σκεπασμένο με στάχτη στο καμένο δάσος. Όταν οι φλόγες σβήσουν, αρχίζει η μακρά δοκιμασία της αποκατάστασης, για τη φύση και για τις κοινότητες που συνδέουν τη ζωή τους μαζί της.
Μέλος σωστικού συνεργείου μεταφέρει μια γυναίκα στην πλάτη, μέσα από τα νερά της πλημμύρας. Από το Νεπάλ ως τη Θεσσαλία, η ανάγκη είναι κοινή: να φτάσει η βοήθεια εγκαίρως και να μη μείνει κανείς αβοήθητος.
